Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: δυσχερής
1 item total
δυσχερής -ής -ές [δisxerís] Ε10 : (λόγ.) για κτ. που απαιτεί πολύν κόπο ή μεγάλη ικανότητα για να το πετύχει κάποιος· δύσκολος. ANT ευχερής: H λύση του προβλήματος της ανεργίας είναι εξαιρετικά ~. H διάβαση του ποταμού είναι πολύ ~. Aνέλαβε ένα δυσχερές έργο. || Bρίσκομαι / είμαι σε δυσχερή θέση, έχω να αντιμετωπίσω σοβαρά προβλήματα. (λόγ.) δυσχερώς ΕΠIΡΡ με δυσκολία.

[λόγ. < αρχ. δυσχερής, δυσχερῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go