Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διψήφιος
1 item total
διψήφιος -α -ο [δipsífios] Ε6 : για αριθμό που αποτελείται από δύο ψηφία, δηλ. δύο αριθμούς, όπως π.χ. ο 12.

[λόγ. δι- 1 + -ψήφιος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go