Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διευθυντής
1 item total
διευθυντής ο [δiefθindís] Ο7 θηλ. διευθύντρια [δiefθíndria] Ο27 : αυτός που διευθύνει κτ., που είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία ενός οργανισμού ή ενός οργανωμένου συνόλου: ~ εργοστασίου. ~ σε τράπεζα. Διοικητικός ~ νοσοκομείου. ~ κλινικής, ο επικεφαλής γιατρός. ~ σχολείου. ~ εφημερίδας. ~ συντάξεως, σε εφημερίδα. ~ πωλήσεων, σε μια επιχείρηση. ~ ορχήστρας, που συντονίζει το παίξιμο των οργάνων. || ανώτατος βαθμός στην υπαλληλική ιεραρχία: Tον προήγαγαν σε διευθυντή β' / σε διευθυντή α'. Aστυνομικός* ~.

[λόγ. < ελνστ. διευθυντής `ελεγκτής, λογιστής΄ σημδ. γαλλ. directeur (πρβ. και ελνστ. διευθυντήρ `πιλότος, ελεγκτής΄)· λόγ. διευθυν(τής) -τρια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go