Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- διακονώ [δiakonó] -ούμαι Ρ10.9 : 1α. προσφέρω με αφοσίωση τις υπηρεσίες μου σε κπ. συνάνθρωπό μου, κινούμενος από χριστιανική αγάπη. β. ασχολούμαι με κτ., εργάζομαι για κτ. με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια: Διακόνησε την επιστήμη σε όλη του τη ζωή. 2. (εκκλ.) είμαι διάκονος, υπηρετώ την εκκλησία ως διάκονος.
[λόγ.: 1: αρχ. διακονῶ· 2: ελνστ. σημ.]



