Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διαδοχικός
1 item total
διαδοχικός -ή -ό [δiaδoxikós] Ε1 : 1. που ανήκει ή που αναφέρεται στη διαδοχή ή στο διάδοχο: Διαδοχική βασιλεία. 2. (πληθ.) για γεγονότα, πράξεις κτλ. που ακολουθούν το ένα το άλλο, κατά μια τάξη, σειρά· (πρβ. αλλεπάλληλος): Διαδοχικές παραστάσεις / κληρώσεις / περιστροφές / κυβερνήσεις / δονήσεις. διαδοχικά ΕΠIΡΡ στη σημ. 2: Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως δέχτηκε ~ τους αρχηγούς των κομμάτων.

[λόγ. διαδοχ(ή) -ικός μτφρδ. γαλλ. successif (διαφ. το μσν. διαδοχικός `που ανήκει σε σχολή φιλοσοφική΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go