Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διαδοχή
2 items total [1 - 2]
διαδοχή η [διαδοxí] Ο29 : 1. η ενέργεια του διαδέχομαι1: Ο κοινοβουλευτισμός εξασφαλίζει την ομαλή ~ των κομμάτων στην εξουσία. Aγώνας για τη ~ στην ηγεσία του κόμματος. || (ειδικότ.) μεταβίβαση του βασιλικού αξιώματος σύμφωνα με ορισμένους κανόνες: Kληρονομική ~. Πόλεμος για τη ~ του ισπανικού θρόνου. 2. σύνολο στοιχείων, φαινομένων, πραγμάτων κτλ. που το ένα ακολουθεί το άλλο έτσι ώστε να παρουσιάζουν μια ορισμένη τάξη ή σειρά (στο χρόνο ή στο χώρο): ~ παραστάσεων / εικόνων / εντυπώσεων / αριθμών. H ~ των όρων μιας φράσης. H ~ μέρας και νύχτας / των εποχών / των μηνών / των αιώνων.

[λόγ. < αρχ. διαδοχή & σημδ. γαλλ. succession]

διάδοχος -η -ο [δiáδoxos] Ε5 : που ακολουθεί, που έρχεται ύστερα από κτ. άλλο (το οποίο προηγήθηκε): Διάδοχη κατάσταση. Διάδοχο πολιτικό σχήμα. || (ως ουσ.) ο διάδοχος*.

[λόγ. < αρχ. διάδοχος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go