Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διάρκεια
1 item total
διάρκεια η [δiárkia] Ο27α λόγ. γεν. και διαρκείας : 1. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο γίνεται, συμβαίνει, υπάρχει, ισχύει κτλ. κτ.: H ~ ενός γεγονότος / ενός φαινομένου. H ~ ενός σεισμού / ενός πολέμου. Mεγάλη / μικρή / περιορισμένη ~. H ~ της ζωής κάποιου / μιας σύμβασης. (έκφρ.) κατά τη ~, ενώ κτ. γίνεται, συμβαίνει κτλ.: Bομβαρδισμοί που έγιναν κατά τη ~ του πολέμου. Γεγονότα που συνέβησαν κατά τη ~ του περασμένου έτους. 2. μεγάλο χρονικό διάστημα: Εισιτήριο / στιλό διαρκείας. Γάλα / δίσκος μακράς διαρκείας. || H ~ ενός θεσμού. || (γραμμ.): Xρόνοι του ρήματος που δηλώνουν ~. H ~ στο παρόν / στο παρελθόν / στο μέλλον.

[λόγ. < ελνστ. διάρκεια `το αρκετό΄ κατά τη σημ. της λ. διαρκώ & σημδ. γαλλ. durée]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go