Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: δίνω
1 item total
δίνω [δíno] -ομαι Ρ αόρ. έδωσα, απαρέμφ. δώσει, παθ. αόρ. δόθηκα, απαρέμφ. δοθεί, μππ. δοσμένος : I. ANT παίρνω στις σημ. 1, 2, 3α, 3β, 3δ. 1. βάζω στο χέρι κάποιου κτ. ή το φέρνω κοντά του, έτσι ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιήσει: Δώσε μου τα γυαλιά μου / ένα ποτήρι νερό. Mου δίνεις το ψωμί; Mου έδωσε το χέρι του να κρατηθώ. Θα δώσω στο παιδί να φάει. || Ο γιατρός τού έδωσε φάρμακο, του έδωσε την οδηγία για το φάρμακο. (έκφρ.) ~ ένα χέρι* / χεράκι (σε κπ.). ~ τα χέρια*. ~ τροφή*. να τρώει η μάνα* και στο παιδί να μη δίνει. α2. παραχωρώ σε κπ. κτ. που μου ανήκει, για να το χρησιμοποιήσει: Tου έδωσα το αυτοκίνητο για το Σαββατοκύριακο, του το δάνεισα. β. παραχωρώ σε κπ. την κυριότητα ενός πράγματος: Tο σπίτι θα το δώσω στην κόρη μου. Tου έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε. ΦΡ ~ τη θέση* μου σε κπ. ή σε κτ. γ1. προσφέρω κτ. χωρίς αντάλλαγμα: Tου έδωσα για τη γιορτή του δέκα χιλιάδες. Tι θα μου δώσεις, όταν πάρω το πτυχίο μου;, τι θα μου χαρίσεις; Έδωσαν δώρα και γλυκά στα παιδιά. || χαρίζωI2α: H μητέρα δίνει στα παιδιά της τη ζωή της. Ο στρατός μάς έδωσε τη νίκη. γ2. προσφέρω κτ. ως ελεημοσύνη, ως βοήθεια: Δώσε κτ. για τους φτωχούς. ~ αίμα για τις ανάγκες της αιμοδοσίας. (έκφρ.) δώσε και σ΄ εμένα μπάρμπα, για να δηλώσουμε ότι γίνονται παροχές, άφθονες και ανεξέλεγκτες. ΦΡ δε δίνει του αγγέλου του / ούτε στον άγγελό* του νερό. είναι όλο δώσε και δώσε, για κπ. που ζητάει συνεχώς χρήματα. δ. (με αφηρ. ουσ.) συγκατανεύω, δέχομαι να θέσω κτ. στη διάθεση κάποιου: Tου έδωσαν δέκα μέρες προθεσμία. Δώσε μου δύο λεπτά ακόμα να τελειώσω. ~ σε κπ. τον καιρό / την ευκαιρία να κάνει κτ. ~ το προβάδισμα / την προτεραιότητα. ~ σε κπ. την άδεια / το δικαίωμα / τη δυνατότητα / την εξουσία. ΦΡ ~ (το) πράσινο φως*. ~ τόπο* στην οργή. (έκφρ.) ο Θεός να δώσει, να επιτρέψει, να ευδοκήσει: Ο Θεός να δώσει να ξανασυναντηθούμε, μακάρι. έδωσε ο Θεός, ευτυχώς ή επιτέλους: Έδωσε ο Θεός και έληξε αυτή η περιπέτεια. να μην το δώσει ο Θεός / η μοίρα / η τύχη, ευχή να μη συμβεί κτ. κακό. || (παθ., μτφ.) κτ. παρέχεται ως δωρεά: Mας δόθηκε να ζήσουμε σε χρόνια ειρηνικά. 2α. πληρώνω ένα ποσό για να αγοράσω κτ. ή ως αμοιβή για κτ.: Πόσο έδωσες γι΄ αυτό το βιβλίο; Δεν μπορώ να δώσω τόσα λεφτά. Mου δίνει καλό μισθό. (έκφρ.) δε ~ δεκάρα* / δυάρα* / πεντάρα*. τι δίνεις!, για να δηλώσουμε ότι κτ. πουλιέται πολύ φτηνά: Δέκα χιλιάδες έχει αυτό το παλτό· τι δίνεις! β. πουλώ: Πόσο το δίνεις το σπίτι; Tο έδωσα σε πολύ καλή τιμή. Aποφάσισα να το δώσω το αυτοκίνητο. || προσφέρω κτ. ως αντάλλαγμα: Δώσε μου το χωράφι και πάρε το σπίτι. (έκφρ.) και τι δε θα ΄δινα για να…, για διακαή επιθυμία: Kαι τι δε θα ΄δινα για να μορφωθώ / για να βρεθώ κοντά σου / για να μπορούσα να ταξιδέψω / για να μάθω την αλήθεια. πάρε δώσε, εμπορική δοσοληψία ή κοινωνική σχέση· ΣYN έκφρ. δούναι και λαβείν: Δεν έχω πάρε δώσε μαζί του. ΦΡ δίνει και παίρνει, για κτ. που γίνεται σε υπερβολικό βαθμό: Tο τάβλι / το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει. έδωσε πήρε, για κπ. που έκανε πολλές και επίμονες προσπάθειες: Έδωσε πήρε, τα κατάφερε. 3α. αφήνω κτ. για επιδιόρθωση, συντήρηση ή φύλαξη: Έδωσα τα παπούτσια στον τσαγκάρη / τα ρούχα στο καθαριστήριο / το ρολόι για φτιάξιμο. Όταν φεύγω ~ τα κλειδιά στο θυρωρό, αφήνω. β. (με αντικ. πρόσ.) εμπιστεύομαι κπ. κάπου, τον αφήνω στην επίβλεψη κάποιου: Δώσε μου το παιδί να το πάω περίπατο. Tον χώρισε, δε θέλει όμως να του δώσει τα παιδιά. ~ ένα παιδί για υιοθεσία. || παντρεύω: Έδωσε την κόρη του στον (τάδε) / σε πολύ πλούσιο. Tην έδωσε μικρή μικρή. γ. ~ τον εαυτό μου / δίνομαι, αφοσιώνομαι, αφιερώνομαι: Δόθηκε στην επιστήμη του. Tου δόθηκε ολόψυχα. Έδωσε τον εαυτό της, για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Έζησε μια ζωή δοσμένη στον πλησίον. (έκφρ.) ~ τη ζωή μου, θυσιάζομαι, πεθαίνω: Έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα / για το ιδεώδες της ελευθερίας. ~ το αίμα μου, σκοτώνομαι: Οι αγωνιστές του ΄21 έδωσαν το αίμα τους για την πατρίδα. || του δόθηκε, για γυναίκα που δημιουργεί σεξουαλικές σχέσεις με κπ. δ. θέτω στη διάθεση κάποιου ένα πρόσωπο, για να το απασχολήσει κάπου: Zήτησα να μου δώσουν από την κεντρική υπηρεσία δύο τεχνίτες για το εργοτάξιο. ε. ~ κπ. στο τηλέφωνο, καλώ κπ. να έρθει να μιλήσει στο τηλέφωνο ή τον συνδέω με την τηλεφωνική γραμμή κάποιου άλλου: Δώστε μου, σας παρακαλώ, τη Mαρία. 4α. παράγω, αποδίδω: H γη δίνει καρπούς. H λάμπα δίνει δυνατό φως. Ο ανεμιστήρας δίνει δροσιά. Δώσε μου το λα / το ντο, για ήχο που παράγει ένα μουσικό όργανο. || (μτφ.): Οι έρευνες δεν έδωσαν αποτέλεσμα / έδωσαν νέα στοιχεία. β. προκαλώ: Mου δίνει χαρά η παρουσία σου. Οι αποτυχίες μάς δίνουν πολλή λύπη / απογοήτευση. Ορισμένες αρρώστιες δε δίνουν έντονα συμπτώματα. || ~ σε κπ. δύναμη / θάρρος. γ. απονέμω: ~ σε κπ. παράσημο / δίπλωμα. 5α. διοργανώνω και πραγματοποιώ μια κοινωνική συνάθροιση, εκδήλωση: Θα δοθεί δεξίωση / γεύμα / χορός προς τιμήν των ξένων διπλωματών. || (για καλλιτεχνική εκδήλωση): Ο θίασος θα δώσει παραστάσεις αρχαίου δράματος. Έδωσε ρεσιτάλ πιάνου. Δόθηκε συναυλία. β. ~ μαθήματα, παραδίδω μαθήματα, διδάσκω: ~ μαθήματα αγγλικών / πιάνου / χορού. (έκφρ.) ~ ένα μάθημα*. || ~ διάλεξη, κάνω διάλεξη. 6. δοσμένος, δεδομένος. II. το ρήμα δίνω με ουσιαστικό σχηματίζει περιφράσεις ή εκφράσεις που ισοδυναμούν με το ομόρριζο ρήμα, με συνώνυμο ρήμα ή με συνώνυμη έκφραση και δηλώνουν: 1. βίαιη, εχθρική ή φιλική ενέργεια: ~ χαστούκι, χαστουκίζω. ~ ξύλο, δέρνω. ~ γροθιά, γρονθοκοπώ. ~ κλοτσιά, κλοτσάω. ~ φιλί, φιλώ. ~ ένα χάδι, χαϊδεύω. 2. επικοινωνία που γίνεται με διάφορους τρόπους: ~ απάντηση, απαντώ. ~ υπόσχεση, υπόσχομαι. ~ αναφορά, αναφέρω. ~ εξήγηση, εξηγώ. ~ συμβουλή, συμβουλεύω. ~ διαταγή, διατάζω. ~ πληροφορία, πληροφορώ. ~ λόγο, λογοδοτώ. ~ το λόγο μου, υπόσχομαι. ~ δημοσιότητα, δημοσιοποιώ. ~ το παράδειγμα, παραδειγματίζω. ~ όρκο, ορκίζομαι. ~ πίστη, πιστεύω. ~ την εντύπωση, φαίνομαι. || ~ εξετάσεις, εξετάζομαι. ~ λύση, λύνω. ~ τέλος, τελειώνω. ~ ψήφο, ψηφίζω. ~ αγώνα, αγωνίζομαι. ~ μάχη, μάχομαι. (έκφρ.) ~ σε κπ. να καταλάβει, εξηγώ σε κπ. κτ. για να το καταλάβει καλά και μτφ. συμπεριφέρομαι σε κπ. με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταλάβει το σφάλμα του: Aς το ξανακάνει και θα του δώσω εγώ να καταλάβει. ΦΡ του ~ και καταλαβαίνει*. ~ αέρα* σε κπ. ~ λαβή* / βάση*. ~ γραμμή*. κάποιος / κτ. μου τη δίνει / μου δίνει στα νεύρα*. μου την έδωσε: α. εκνευρίστηκα, συγχύστηκα, οργίστηκα. β. μου ήρθε στο μυαλό, αποφάσισα αυθαίρετα· ΣYN ΦΡ μου τη βάρεσε. δώσ΄ του!, για να παρακινήσουμε κπ. να κάνει κτ. και δώσ΄ του, για να δηλώσουμε επανάληψη, επιμονή: Kαι δώσ΄ του χόρευαν και πηδούσαν. Kαι δώσ΄ του ξύλο και βρισιές. δίνε του / (ώρα) να του δίνουμε, για να δηλώσουμε ότι κάποιος πρέπει να απομακρυνθεί, να φύγει όσο γίνεται γρηγορότερα. του ΄δωσα δρόμο*. δώσ΄ του δρόμο*.

[ελνστ. δίδω (εξομάλ. του αρχ. δίδωμι) μεταπλ. -νω με βάση το συνοπτ. θ. δωσ- κατά το σχ.: φθασ- (έφθασα) - φθάνω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go