Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γλύπτης
1 item total
γλύπτης ο [γlíptis] Ο10 θηλ. γλύπτρια [γlíptria] Ο27 : καλλιτέχνης που δουλεύει την πέτρα, το μάρμαρο, το μέταλλο και άλλες σκληρές ύλες, δίνοντάς τους ανάγλυφη ή τρισδιάστατη μορφή: Οι κορυφαίοι γλύπτες της αρχαιότητας. Έλληνας ~ που ζει στο εξωτερικό. Tο εργαστήρι του γλύπτη.

[λόγ. < ελνστ. γλύπτης· λόγ. γλύ π(της) -τρια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go