Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γκοφρέτα
1 item total
γκοφρέτα η [gofréta] Ο25 : μπισκότο φτιαγμένο από αλλεπάλληλα λεπτά φύλλα ζύμης περιχυμένα συνήθ. με σοκολάτα.

[γαλλ. gaufrett(e)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go