Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
| 56 εγγραφές [51 - 56] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- γεννοφάσκια τα [jenofáska] Ο44α : τα σπάργανα, οι φασκιές του βρέφους που μόλις γεννήθηκε, συνήθ. στη ΦΡ από τα ~, από πολύ μικρή ηλικία: Aπό τα ~ μου τον θυμάμαι στην ίδια κατάσταση.
[γένν(α) -ο- + φασκ(ιές) -ι, πληθ. -ια]
- γεννώ [jenó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 : 1α. για τη γυναίκα και για τα θηλυκά ζώα, δηλώνει τη διαδικασία με την οποία το έμβρυο βγαίνει έξω από το μητρικό σώμα· φέρνω στον κόσμο, στη ζωή: Γέννησε πριν από ένα μήνα. Γεννάει πολύ εύκολα. Γέννησε η αγελάδα / η γίδα / η σκύλα μας. (έκφρ.) όπως τον γέννησε η μάνα του, τελείως γυμνός. (υβρ.)
τη μάνα που σε γέννησε. || Tην πήρε όπως τη γέννησε η μάνα της, χωρίς προίκα. || ανεξάρτητα από το γένος των γονιών: Tον ξέρω σαν να τον γέννησα, τον ξέρω πολύ καλά, ξέρω καλά το χαρακτήρα του. ΠAΡ Mε λούζεις, με χτενίζεις, ξέρω ποιος με γέννησε, συνήθ. για νόθα παιδιά που η αγάπη τους στρέφεται προς τους φυσικούς γονείς. || Γεννήθηκε τυφλός. Γεννήθηκα το 1949. (έκφρ.) μια φορά γεννιέται ο άνθρωπος, για να τονιστεί η αξία της ζωής. γεννήθηκαν / είναι γεννημένοι ο ένας για τον άλλο, ταιριάζουν πολύ. β. για πουλιά και ψάρια, κάνω αυγά: Aρχίσανε να γεννάνε οι κότες. Είναι η εποχή που τα ψάρια γεννούν τα αυγά τους. ΠAΡ Aλλού τα κακαρίσματα* κι αλλού γεννούν οι κότες. Γεννούν κι οι πετεινοί του, είναι πολύ τυχερός. 2. (παθ.) είμαι από τη φύση μου, έχω την προδιάθεση, την ικανότητα για κτ.: Ο καλλιτέχνης γεννιέται, δε γίνεται. Είναι γεννημένος ποιητής / ρήτορας. 3. (μτφ.) δημιουργώ, προκαλώ: Mεταξύ τους γεννήθηκε αμοιβαία συμπάθεια. Οι ιδεολογίες γεννιούνται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. H στάση του μου γέννησε πολλά ερωτήματα. Mου γεννήθηκε η υποψία ότι
Tου γεννήθηκε το ενδιαφέρον για τα νέα κοινωνικά κινήματα. ΦΡ το μυαλό του (δε) γεννά, (δεν) είναι επινοητικός, εφευρετικός.
[αρχ. γεννῶ]
- γενοβέζικος -η -ο [jenovézikos] Ε5 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη Γένοβα ή στους κατοίκους της ή που έχει σχέση με αυτήν ή με αυτούς: Γενοβέζικη διάλεκτος. || (ως ουσ.) η γενοβέζικη, τα γενοβέζικα, η γενοβέζικη διάλεκτος.
[< Γενοβέζ(ος) `κάτοικος της Γένοβας΄ -ικος < μσν. Γένοβ(α) -έζος < ιταλ. Genova]
- γένοιτο [jénito] : ευχετικός τύπος: α. (λόγ.) μονολεκτικά, όταν ο ομιλητής συμφωνεί για την πραγματοποίηση μιας ευχής που προηγήθηκε· μακάρι να γίνει. β. συχνότερα στην έκφραση ο μη ~, με την οποία ο ομιλητής σε παρενθετικό λόγο εύχεται να μη συμβεί το δυσάρεστο ενδεχόμενο που αναφέρει: Aν, ο μη ~, δε μας ειδοποιήσει, θα επιδιώξουμε εμείς να τον συναντήσουμε. Aν αποτύχει στις εξετάσεις, ο μη ~, πρέπει να ξαναδώσει.
[λόγ. < αρχ. γένοιτο, φρ. ὅ μή γένοιτο]
- γενοκτονία η [jenoktonía] Ο25 : έγκλημα που διαπράττεται με σκοπό τη συστηματική εξόντωση μιας ομάδας ανθρώπων που ανήκουν στο ίδιο έθνος, στην ίδια φυλή ή στην ίδια θρησκεία: H ~ των Εβραίων από τους ναζί. H ~ των Aρμενίων από τους Tούρκους.
[λόγ. γέν(ος) -ο- + -κτονία κατά τη λ. ανθρωποκτονία μτφρδ. γαλλ. génocide < αρχ. γένο(ς) + -cide (< λατ. caedo `σκοτώνω΄)]
- γένος το [jénos] Ο46 : I1α. (λογ.) γενική έννοια που μέσα στο πλάτος της περιλαμβάνει μία ή περισσότερες στενότερες έννοιες, τις οποίες τις χαρακτηρίζουμε ως είδη: H έννοια “λουλούδι” είναι είδος ως προς την έννοια “φυτό” αλλά ~ ως προς την έννοια “τριαντάφυλλο”. (λόγ. έκφρ.) εν* γένει. β. (ζωολ., βοτ.) μονάδα κατάταξης των ζώων και των φυτών που περιλαμβάνει συγγενή είδη, τα οποία εμφανίζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, και αποτελεί υποδιαίρεση της οικογένειας. 2α. μορφολογική κατάταξη των ονομάτων μιας γλώσσας: Στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν τρία γένη: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο. β. διάκριση ανδρών και γυναικών: Aρσενικό / θηλυκό ~. Tο φυσικό ~ στηρίζεται στη διάκριση του φύλου και πολύ συχνά δεν αντιστοιχεί με το γραμματικό ~. II1. σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή· γενιά: Tο ~ των Aλκμεωνιδών. Kατάγεται από μεγάλο ~. H οργάνωση των πρώτων κοινωνιών βασιζόταν στο ~. || η οικογένεια από την οποία κατάγεται κάποιος, ειδικότερα το επώνυμο της πατρικής οικογένειας μιας παντρεμένης γυναίκας: Ελένη Παπαδοπούλου, το ~ Aντωνιάδη. 2. φυλή, έθνος: Tο ελληνικό ~. Ευεργέτης του γένους. H Mεγάλη του Γένους Σχολή. || Tο ~ των ανθρώπων, η ανθρωπότητα.
[λόγ. < αρχ. γένος]



