Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γείτων
1 εγγραφή
γείτων ο [jíton] θηλ. γείτων [jíton] Ο : (λόγ.) γείτονας, συνήθ. για γειτονική χώρα: Ο πρωθυπουργός της γείτονος. || (ως επίθ.) γειτονικός: H ~ χώρα.

[λόγ. < αρχ. γείτων ὁ & ἡ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες