Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: βλάκας
1 item total
βλάκας ο [vlákas] Ο3 : 1. άτομο που χαρακτηρίζεται από χαμηλό διανοητικό επίπεδο· ηλίθιος*, κρετίνος*. ANT έξυπνος: Δεν μπορεί να καταλάβει, είναι ~. Για βλάκα με περνάς; Tι ~, Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος! Kάνω / παριστάνω το βλάκα, προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω κτ. (έκφρ.) ~ με περικεφαλαία / με πατέντα, πολύ βλάκας. ένας ~ και μισός*. 2. ως βρισιά: Kάτσε κάτω, ρε βλάκα. Σου μιλάω, βρε βλάκα, δεν καταλαβαίνεις; 3. (ψυχιατρ.) άτομο με ανεπαρκώς ανεπτυγμένη ευφυΐα· (πρβ. ιδιώτης, ηλίθιος).

[λόγ. < αρχ. βλάξ, αιτ. βλάκα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go