Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: βαρδάρης
1 item total
βαρδάρης ο [varδáris] Ο11 : βορειοδυτικός άνεμος, δυνατός και ψυχρός, που φυσάει κατά μήκος της κοιλάδας του Aξιού.

[μσν. Βαρδάρης (όν. ποταμού) < σλαβ. Vardar -ης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go