Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βαβυλωνία
2 εγγραφές [1 - 2]
βαβυλωνία η [vavilonía] Ο25 : η κατάσταση που δημιουργείται, όταν πολλά άτομα μιλούν συγχρόνως και δυνατά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συνεννοηθούν· χάβρα: Φώναζαν όλοι μαζί κι έγινε ~.

[λόγ. < ιταλ. Babilonia (στη νεότ. σημ.) < λατ. Babilonia με βάση το ελνστ. Βαβυλών `σύγχυση΄, αρχ. Βαβυλωνία `η χώρα της Βαβυλώνας΄]

βαβυλωνιακός -ή -ό [vaviloniakós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στη Bαβυλώνα, στη Bαβυλωνία ή στους Bαβυλωνίους: Bαβυλωνιακή θρησκεία.

[λόγ. < αρχ. Bαβυλωνιακός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες