Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αυτός
23 items total [1 - 10]
αυτός 1 -ή -ό [aftós] αντων. προσ. γ' προσώπου : φανερώνει το γ' πρόσωπο του λόγου εκείνον ή εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος, σε αντιδιαστολή προς το εγώ (α΄ πρόσωπο) και το εσύ (β΄ πρόσωπο)· εμφανίζει δυνατούς και αδύνατους τύπους· (βλ. πίνακα κλιτικών παραδειγμάτων). 1α. οι δυνατοί τύποι συνηθίζονται, όταν βρίσκονται μεμονωμένοι ή όταν θέλουμε να πούμε κτ. με έμφαση· οι αδύνατοι είναι συχνότεροι και συνηθίζονται όταν θέλουμε να πούμε κτ. χωρίς έμφαση ή αντιδιαστολή και λέγονται πάντοτε μαζί με το ρήμα : Είδες το Γιώργο; - Τον είδα αλλά δεν του μίλησα. Αυτόν φώναξε κι όχι εμένα. Τη συναντώ κάθε πρωί. Δεν τους είδα από τότε. || ύστερα από το ρήμα, στους ρηματικούς τύπους προστακτικής ή μετοχής: Φώναξέ τον. Βοήθησέ τους. Φώναξέ τες. Καλώς τους. Εξηγώντας τους. Στείλ' το μας. Φέρ' το μου / φέρε μού το. || πριν από το ρήμα: Τους το έστειλα. Μας το έφερε. || ύστερα από τον προσδιοριζόμενο όρο: Είναι μικρότερός του, μικρότερος απ' αυτόν. β. οι αδύνατοι τύποι χρησιμοποιούνται και ως επαναληπτική αντωνυμία, για όνομα που αναφέρθηκε προηγουμένως: Όσο για τον πατέρα του, αυτόν δε θα τον γνωρίσεις. || ως προληπτική: Να την η Ελένη. Να τοι οι φίλοι μας. 2. η ονομαστική του δυνατού τύπου αυτός αποτελεί το εννοούμενο υποκείμενο κάθε κλιτού ρηματικού τύπου γ' προσώπου· αναφέρεται μόνο σε περιπτώσεις έμφασης ή αντιδιαστολής: Εσύ, ~ κι εγώ θα είμαστε στο δεύτερο αυτοκίνητο. || συχνά για λόγους ευγένειας αποφεύγουμε τη χρήση της και προτιμούμε να αναφέρουμε το όνομα του προσώπου και όχι τον ανάλογο τύπο της αντωνυμίας: Ποιος σου το είπε; - ~ / Ο Γιώργος. || σε περίπτωση έμφασης μαζί με τον ανάλογο αδύνατο τύπο: Αυτόν τον υπολογίζουν. Αυτή την ακούν. Αυτούς μην τους λογαριάζεις. 3. οι δυνατοί τύποι επίσης χρησιμοποιούνται: α. προκειμένου να μην επαναληφθεί κτ. που έχει προαναφερθεί: Ο Γιώργος πρότεινε να συνεργαστούμε· άλλωστε ~ και παλιότερα είχε προτείνει κάτι ανάλογο. ΦΡ αντ' αυτού: α. για κάτι που γίνεται, συμβαίνει κτλ. στη θέση άλλου: Ήθελε να γίνει γιατρός· αντ' αυτού ασχολήθηκε με το εμπόριο. β. (για πρόσ.) στη θέση κάποιου άλλου· Αντ' αυτού υπέγραψε ο υποδιευθυντής. (ειρ.) Ο αντ' αυτού, ο αντικαταστάτης. (λόγ.) ~ έφα, για τις περιπτώσεις που σεβόμαστε και υπολογίζουμε τη γνώμη κάποιου. β. (συχνά με την αντων. ίδιος) για να αντιδιαστείλει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος, προς οτιδήποτε άλλο: Πρέπει να το παραλάβει ~ ο ίδιος. Να έρθει ~ ο ίδιος να ρωτήσει και να μη στέλνει άλλους. Να μην κάνεις αυτό που σου ζητούν. ~ είναι που τραγουδάει..., όχι άλλος. (έκφρ.) ~ καθαυτόν*. γ. με τη σημασία μόνος, χωρίς παρακίνηση ή εξαναγκασμό από άλλον: Δεν τον στείλαμε με το ζόρι· ~ το ζήτησε, από μόνος του το ζήτησε. δ. με μειωτική σημασία: ~ σου φέρθηκε καλά;, αυτός ο απατεώνας, ο αλήτης κτλ. σου φέρθηκε καλά; ε. (προφ.) με το άρθρο ο, η, το για να αναπληρώσουμε τη λέξη: ε1. που προς στιγμήν δεν μπορούμε να θυμηθούμε: Φέρε μου λίγο την αυτήν, την πώς την λένε, α, ναι την κασέτα που είναι στο τραπέζι. ε2. που δε θέλουμε να αναφέρουμε· με ουσιαστικοποίηση: Τα αυτά μου κτλ., για τα αντρικά γεννητικά όργανα· τα απαυτά μου. Η αυτή μου κτλ., για το αντρικό μόριο. ε3. (προφ.) η κλητική αυτέ / αυτή, για να απευθυνθούμε σε κπ. ή για να φωνάξουμε κπ. του οποίου το όνομα δε γνωρίζουμε· καλέ συ.

[αρχ. αυτοπ. αντων. αὐτός ‘ο ίδιος’, στις πλάγιες πτ. αὐτοῦ, αὐτόν ως προσ. αντων., ελνστ. σε όλες τις πτ.· οι αδύνατοι τύποι τον κτλ.: μσν. < σύντμ. του αυτός σε εγκλιτική χρήση: είδα αυτόν > είδα ατον > είδα τον· η ονομ. τος με βάση την αιτ. τον ]

αυτός 2 -ή -ό αντων. δεικτ. (βλ. Ε1) προφ. γεν. εν. και αυτουνού, αυτηνής, αυτουνού, γεν. πληθ. και αυτωνών, αιτ. πληθ. αρσ. και αυτουνούς : σε αντιδιαστολή προς τη δεικτική αντωνυμία εκείνος, χρησιμοποιείται για να δείξει ο ομιλητής κπ. ή κτ. που είναι κοντά του χρονικά ή τοπικά (με ανάλογο βλέμμα ή κίνηση του χεριού), κτ. που αναφέρθηκε πριν από λίγο ή γενικά για να δείξει κτ. ανεξάρτητα από το σε ποια απόσταση από αυτόν βρίσκεται. 1. τοπικά: Nα, αυτό είναι το σπίτι μας. Δε μου αρέσει αυτό· προτιμώ εκείνο. ~ είναι ο καινούριος δάσκαλος. Aυτή είναι η αλήθεια. Aυτή η δουλειά δε σου ταιριάζει. || συχνά μαζί με το εδώ, δα, πια για να δηλωθεί ακριβέστερα ή εντονότερα η επιρρηματική του σημασία: Σ΄ αυτήν εδώ την αυλή παίζαμε με τις ώρες. ~ εδώ φταίει. Aυτό δα το σπιτάκι. (έκφρ.) αυτό (πια) να λέγεται*. αυτό μας έλειπε* (τώρα)! ~ / αυτό μας έλειπε*. 2. χρονικά: Πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι, το φετινό. Πάει κι αυτή η μέρα, η σημερινή. Aυτή η εποχή είναι πολύ δύσκολη, η τωρινή. 3. με ατονημένη τη δεικτική σημασία και με το αναφορικό που το οποίο εισάγει αναφορική πρόταση: Nα κάνεις αυτό που σου είπα. Aυτό που θέλω είναι η ηρεμία μου. || ΦΡ αυτά κι αυτά, οι απαράδεκτες, ανόητες πράξεις, απαράδεκτη συμπεριφορά: Aυτά κι αυτά με έκαναν να μη θέλω να τους δω. μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, με τα ίδια τα γνωστά και συνηθισμένα: M΄ αυτά και μ΄ αυτά, κύλησε η ώρα. μ΄ αυτά και μ΄ εκείνα*. ~ κι αν είναι*. ~ είσαι*.

[αρχ. αὐτός `ο ίδιος΄ (δες αυτός 1) ως ενισχυτικό της δεικτ. και της προσ. αντων.: αρχ. οyτος αὐτός, ἐγώ αὐτός, στην ελνστ. εποχή σε δεικτ. χρήση, μσν. και καθαρά δεικτ. αντων.]

αυτός 3 -ή -ό αντων. οριστ. : 1.(λόγ.) με το άρθρο, στη θέση κατηγορουμένου· ο ίδιος: Οι θέσεις μας παραμένουν οι αυτές, οι ίδιες, αμετάβλητες. H κατάσταση της υγείας του παραμένει η αυτή, χωρίς βελτίωση ή επιδείνωση. 2. με επιτατική σημασία: Kαι αυτοί οι φίλοι του ακόμη τον εγκατέλειψαν, ακόμη και οι φίλοι του.

[λόγ. < αρχ. αὐτός]

αυτοσαρκασμός ο [aftosarkazmós] Ο17 : το να σαρκάζει κάποιος τον εαυτό του: Διάθεση αυτοσαρκασμού.

[λόγ. αυτο- + σαρκασμός]

αυτοσεβασμός ο [aftosevazmós] Ο17 : το συναίσθημα σεβασμού και εκτίμησης προς τον εαυτό μας, που μας αποτρέπει από πράξεις και εκδηλώσεις που μειώνουν την ηθική αξία, την αξιοπρέπειά μας: Έλλειψη αυτοσεβασμού.

[λόγ. αυτο- + σεβασμός μτφρδ. αγγλ. self-respect]

αυτοσκοπός ο [aftoskopós] Ο17 : που σκοπό έχει τον ίδιο του τον εαυτό, που δε γίνεται για να εξυπηρετήσει κτ. άλλο: Tο χρήμα είναι μέσο, δεν είναι ~. H τέχνη υπηρετεί τον άνθρωπο, δεν είναι ~.

[λόγ. αυτο- + σκοπός μτφρδ. γερμ. Selbstzweck]

αυτοστεγάζομαι [aftosteγázome] Ρ2.1β : αποκτώ στέγη, κατοικία με δικές μου φροντίδες και μέσα.

[λόγ. αυτο- + στεγάζομαι]

αυτοστέγαση η [aftostéγasi] Ο33 : η στέγαση, η απόκτηση κατοικίας με δικά μας μέσα και φροντίδες: Δάνειο / οργανισμός / υπηρεσία αυτοστεγάσεως.

[λόγ. αυτο- + στέγα(σις) -ση]

αυτοστεγαστικός -ή -ό [aftosteγastikós] Ε1 : που έχει σχέση με την αυτοστέγαση: Aυτοστεγαστικό δάνειο.

[λόγ. αυτοστέγασ(ις) -τικός]

αυτοστιγμεί [aftostiγmí] επίρρ. : κατά την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή· αμέσως, στη στιγμή.

[λόγ. αυτο- + στιγμ(ή) -εί κατά το αυθωρεί]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go