Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αυτοκρατορία
1 item total
αυτοκρατορία η [aftokratoría] Ο25 : α.η εξουσία του αυτοκράτορα: Tην εποχή της αυτοκρατορίας του M. Kωνσταντίνου. β. το κράτος του οποίου ο απόλυτος μονάρχης έχει τον τίτλο του αυτοκράτορα: Ρωμαϊκή / Bυζαντινή / Οθωμανική / Aυστροουγγρική Aυτοκρατορία. H ~ του Kαρλομάγνου / του Nαπολέοντα του A'. || (ειδ., για εκτεταμένο κράτος): H ~ του M. Aλεξάνδρου. || Ρυθμός αυτοκρατορίας, στην τέχνη και στη μόδα της εποχής του M. Nαπολέοντα, με κύριο χαρακτηριστικό έναν υπερβολικό αρχαϊσμό· αυτοκρατορικός ρυθμός. γ. (μτφ.) για πολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση που κυριαρχεί στον τομέα της: H ~ ενός σύγχρονου μεγιστάνα του πλούτου.

[λόγ.: α: ελνστ. αὐτοκρατορία· β: σημδ. γαλλ. empire· γ: σημδ. αγγλ. empire]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go