Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αργάτης
1 item total
αργάτης ο [arγátis] Ο10 : (λαϊκότρ.) είδος βαρούλκου· εργάτης3.

[μσν. αργάτης < ελνστ. ἐργάτης (αρχ. σημ.: δες εργάτης) με υποχωρ. αφομ. [e-a > a-a] ή τροπή [e > a] από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο στην αιτ. και ανασυλλ. [ena-er > enar > en-ar] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go