Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: απόλαυση
1 item total
απόλαυση η [apólafsi] Ο33 : 1.ιδιαίτερη ευχαρίστηση, χαρά που αισθάνεται κάποιος μέσο των αισθήσεων ή του πνεύματος: Σωματική / υλική / ερωτική / πνευματική / καλλιτεχνική / αισθητική ~. Σπάνια / μοναδική / εξαιρετική ~. H ~ ενός γεύματος / ποτού / τσιγάρου. Οι απολαύσεις της ζωής. 2α. (για πργ.) ό,τι προκαλεί ιδιαίτερη ευχαρίστηση, χαρά: Ένα δροσερό ντους μετά τη γυμναστική είναι ~. Tο μασάζ στο κουρασμένο κορμί είναι ~. β. (για πρόσ.) για κπ. που κάποιες του ενέργειες, δραστηριότητες ή γενικότερα οι σχέσεις μαζί του, προκαλούν ιδιαίτερη ευχαρίστηση, χαρά: Aυτή η γυναίκα / αυτός ο άνδρας είναι ~. Aυτός ο καλλιτέχνης / ο κωμικός είναι ~. || Είναι ~ να…, είναι ιδιαίτερη ευχαρίστηση, χαρά: Είναι ~ να το(ν) ακούς / να το(ν) βλέπεις / να το τρως / να το αισθάνεσαι.

[λόγ. < αρχ. ἀπόλαυ(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go