Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αναρρόφηση
1 item total
αναρρόφηση η [anarófisi] Ο33 : αντίστροφη κίνηση υγρού ή αερίου ιδίως μέσα σε σωλήνα, η οποία γίνεται με αφαίρεση του αέρα και δημιουργία κενού: α. (ιατρ.) κατά την αναπνοή: Πνιγμονή από ~ αίματος. β. (τεχνολ.) με ειδική συσκευή: ~ καυσίμου από τον κινητήρα.

[λόγ.: α: ελνστ. ἀναρρόφη(σις) -ση· β: κατά τη σημ. του αναρροφώ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go