Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ανήθικος
1 item total
ανήθικος -η -ο [aníθikos] Ε5 : α.(για πρόσ.) που δεν είναι ηθικός, που δεν ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής: ~ άνθρωπος / έμπορος / επιχειρηματίας. || ~ άντρας. Aνήθικη γυναίκα. β. (για πράξη) που δε γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της ηθικής: Aνήθικη πράξη. Aνήθικες συναλλαγές. Aνήθικες προτάσεις. || (νομ.): Aνήθικη σύμβαση / ενοχή / αιτία, που αντιβαίνει στην ηθική και γι΄ αυτό θεωρείται άκυρη. ανήθικα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. αν- (δες α- 1) ηθικ(ός) -ος μτφρδ. γαλλ. immoral]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go