Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- αλώνω [alóno] -ομαι Ρ1 : (σπάν.) 1. κυριεύω. 2. κυριαρχώ.
[λόγ. άλω(σις) -ώ > -ώνω (αναδρ. σχημ.) κατά το σχ.: ουσ. -ωσις > -ωση - ρ. -ώ > -ώνω, π.χ. δήλω(σις) -ση - δηλώ > δηλώνω]



