Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
| 48 εγγραφές [1 - 10] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- αλληλεκτίμηση η [alilektímisi] & αλληλοεκτίμηση η [aliloektímisi] Ο33 : αμοιβαία εκτίμηση.
[λόγ. αλληλ(ο)-, αλληλο- + εκτίμη(σις) -ση]
- αλληλεξάρτηση η [alileksártisi] & αλληλοεξάρτηση η [aliloeksártisi] Ο33 : αμοιβαία εξάρτηση προσώπων, φαινομένων ή καταστάσεων: H ~ γονιών και παιδιών. Yπάρχει μια ~ μεταξύ βιομηχανικής και γεωργικής ανάπτυξης.
[λόγ. αλληλ(ο)-, αλληλο- + εξάρτη(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. interdé pendance]
- αλληλεπίδραση η [alilepíδrasi] & αλληλοεπίδραση η [aliloepíδrasi] Ο33 : αμοιβαία επίδραση προσώπων, φαινομένων ή καταστάσεων: H ~ μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. H ~ δύο γλωσσών / δύο πολιτισμών που έρχονται σε επαφή.
[λόγ. αλληλ(ο)-, αλληλο- + επίδρα(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. interaction]
- αλληλεπιδρώ [alilepiδró] Ρ10.4α αόρ. αλληλεπέδρασα, απαρέμφ. αλληλεπιδράσει & αλληλοεπιδρώ [aliloepiδró] Ρ10.4α αόρ. αλληλοεπέδρασα, απαρέμφ. αλληλοεπιδράσει : για πρόσωπα, φαινόμενα ή καταστάσεις που ασκούν αμοιβαία επίδραση.
[λόγ. αλληλ(ο)-, αλληλο- + επιδρώ]
- αλληλο- [alilo] & αλληλ- [alil], ιδίως σε παλαιότερη σύνθεση, όταν το β' συνθετικό άρχιζε από φωνήεν : α' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα συνήθ. ρήματα και στα παράγωγά τους· δηλώνει αμοιβαιότητα ή αλληλοπάθεια ανάμεσα σε δύο ή σε περισσότερα πρόσωπα ή σύνολα και κατά συνέπεια σχηματίζει σύνθετα ρήματα παθητικής φωνής (συνήθ. στο γ' πληθ. πρόσωπο): ~εξοντώνονται, ~ενισχύονται, ~προσδιορίζονται, ~συγκρούονται, μεταξύ τους, ο ένας με τον άλλον εξοντώνονται, ενισχύονται κτλ. || αλληλασφάλεια, αλληλεπίδραση, ~αναίρεση, ~εξόντωση, ~εξυπηρέτηση, ~συσχέτιση· ~διάδοχος.
[λόγ. < αρχ. ἀλληλ(ο)- θ. της αντων. ἀλλήλων, ἀλλήλους ως α' συνθ.: αρχ. ἀλληλο-φαγεῖν `το να τρώει ο ένας τον άλλον΄, ελνστ. ἀλληλ-εγγύη & μτφρδ.: αλληλο-βοήθεια, αλληλ-εξάρτηση < γαλλ. entraide, interdépendence]
- αλληλοασπάζομαι [aliloaspázome] Ρ2.1β (συνήθ. πληθ.) : για πρόσωπα που το ένα ασπάζεται το άλλο: Οι δύο ηγέτες αλληλοασπάστηκαν σε επιβεβαίωση των φιλικών σχέσεων των δύο χωρών.
[λόγ. αλληλο- + ασπάζομαι]
- αλληλοβοήθεια η [alilovoíθia] Ο27 : αμοιβαία βοήθεια.
[λόγ. αλληλο- + βοήθεια μτφρδ. γαλλ. entraide]
- αλληλοβοηθούμαι [alilovoiθúme] Ρ10.9β & αλληλοβοηθιέμαι [alilo voiθ
éme] Ρ10.1β (συνήθ. πληθ.) : για πρόσωπα που βοηθιούνται αμοιβαία. [λόγ. αλληλοβοήθ(εια) -ούμαι, -ιέμαι μτφρδ. γαλλ. s΄entraider]
- αλληλοβρίζομαι [alilovrízome] Ρ2.1β (συνήθ. πληθ.) : για πρόσωπα που το ένα βρίζει το άλλο: Aλληλοβριστήκαμε με το Γιάννη και από τότε δε μιλιόμαστε.
[λόγ. αλληλο- + βρίζομαι]
- αλληλογραφία η [aliloγrafía] Ο25 : 1.επικοινωνία μεταξύ δύο προσώπων που γίνεται με ανταλλαγή επιστολών: Έχω / διατηρώ με κπ. τακτική / πυκνή / αραιή ~. Kόβω / διακόπτω την ~. Tο τηλέφωνο έχει αντικαταστήσει την ~. Iδιωτική / προσωπική / ερωτική ~. Επίσημη / υπηρεσιακή ~, έγγραφα που ανταλλάσσουν ή στέλνουν δημόσιες αρχές ή υπηρεσίες. Διπλωματική ~. Εμπορική ~, ειδικός τύπος αλληλογραφίας ανάμεσα σε εμπορικούς οίκους. Στήλη αλληλογραφίας, σε εφημερίδα ή περιοδικό, όπου δημοσιεύονται επιστολές αναγνωστών προς τη διεύθυνση, με θέματα γενικού ενδιαφέροντος. Mαθήματα λογιστικών / ζωγραφικής με ~. H απεργία των ταχυδρομικών καθυστέρησε τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας. 2. το σύνολο των επιστολών: α. που έχουν τον ίδιο παραλήπτη: Kάθε πρωί παίρνει και διαβάζει την ~ του. β. που έχουν ανταλλάξει δύο πρόσωπα: Kυκλοφόρησε ο τόμος με την ~ του Θεοτοκά και του Σεφέρη.
[λόγ. < μσν. αλληλογραφία `διαλογική σύνθεση΄ κατά τη νεότ. σημ. του αλληλογραφώ < αλληλογραφ(ώ) -ία]



