Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αλκοολικός
1 item total
αλκοολικός -ή -ό [alkoolikós] Ε1 θηλ. και αλκοολικιά στη σημ. I : I.για άτομο που κάνει υπερβολική χρήση οινοπνευματωδών ποτών και που πάσχει από αλκοολισμό, συνήθ. ως ουσ. ο αλκοολικός, θηλ. αλκοολική και (προφ.) αλκοολικιά: Είναι ~. II. (χημ.) που έχει σχέση με τις αλκοόλες ή με το οινόπνευμα: Aλκοολική ζύμωση. Aλκοολικό διάλυμα.

[λόγ. < γαλλ. alcoolique (-ique = -ικός)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go