Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αιτιατική
1 item total
αιτιατική η [etiatikí] Ο29 : (γραμμ.) η πτώση με την οποία δηλώνεται συνήθ. το άμεσο αντικείμενο: ~ ενικού / πληθυντικού αριθμού. Σχηματισμός / χρήσεις της αιτιατικής. H ~ ως αντικείμενο / προσδιορισμός. ~ απόλυτη / της αναφοράς / του χρόνου. Ρήματα που συντάσσονται με δύο αιτιατικές.

[λόγ. < ελνστ. αἰτιατική (< αἰτιατόν)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go