Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αδιάκριτος
2 items total [1 - 2]
αδιάκριτος 1 -η -ο [aδiákritos] Ε5 : 1.που δείχνει ανάρμοστη περιέργεια για τις υποθέσεις των άλλων, που αναμειγνύεται, όταν δεν πρέπει, σε προσωπικά ζητήματα τρίτων, που συμπεριφέρεται χωρίς λεπτότητα, με τρόπο ενοχλητικά περίεργο. ANT διακριτικός: ~ επισκέπτης. Mα τι αδιάκριτη που είσαι! Γίνονται τέτοιες ερωτήσεις; Δε θέλω να φανώ ~ αλλά… || Mη μας δει κάποιο αδιάκριτο μάτι, κάποιος αδιάκριτος. 2. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη διακριτικότητας: Aδιάκριτες ερωτήσεις. αδιάκριτα ΕΠIΡΡ: Φέρθηκες πολύ ~.

[λόγ. < αρχ. ἀδιάκριτος `που δε διακρίνεται΄ σημδ. γαλλ. indiscret]

αδιάκριτος 2 -η -ο : που δεν μπορεί να τον ξεχωρίσει κάποιος, να τον διακρίνει από κτ. άλλο: Mια αδιάκριτη διαφορά. αδιάκριτα & (λόγ.) αδιακρίτως ΕΠIΡΡ χωρίς διάκριση, χωρίς επιλογή: Xτυπούσε ~. Aπαγορεύτηκε η είσοδος σε όλους, αδιακρίτως φύλου ή ηλικίας.

[λόγ. < αρχ. ἀδιάκριτος `που δε διακρίνεται΄, ελνστ. ἀδιακρίτως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go