Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αγγειοπλάστης
1 item total
αγγειοπλάστης ο [angioplástis] Ο10 : τεχνίτης που κατασκευάζει πήλινα αγγεία.

[λόγ. αγγειο- 1 + πλάστης κατά το ελνστ. χαλκοπλάστης `επεξεργαστής χαλκού΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go