Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έριδα
1 item total
έριδα η [ériδa] Ο28 γεν. και έριδος (συνήθ. πληθ.) : (λόγ.) φιλονικία: Πολιτικές / θρησκευτικές / οικογενειακές έριδες. ΦΡ το μήλον της έριδος, η αιτία της φιλονικίας.

[λόγ. < αρχ. ἔρις, αιτ. (στο έπος) ἔριδα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go