Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έντομο
8 items total [1 - 8]
έντομο το [éndomo] Ο40 : γενική ονομασία μικρών ζώων που έχουν αρθρωτά πόδια και σώμα εμφανέστατα διαχωρισμένο σε τρία μέρη (κεφαλή, θώρακα, κοιλιά), και αποτελούν την πολυπληθέστερη ομοταξία του ζωικού βασιλείου· (πρβ. αρθρόποδα): Tα πιο γνωστά έντομα είναι οι μύγες, τα κουνούπια, τα μυρμήγκια, οι πεταλούδες, τα τζιτζίκια κ.ά. Σμήνος εντόμων. Tο μήκος των εντόμων κυμαίνεται από 0,25 χιλιοστά του μέτρου ως 33 εκατοστά.

[λόγ. εν. < αρχ. πληθ. ἔντομα τά (ενν. ζῷα) “που έχουν ἐντομή”]

εντομοαπωθητικός -ή -ό [endomoapoθitikós] Ε1 : 1.που έχει την ιδιότητα να απωθεί, να διώχνει τα έντομα από ορισμένο χώρο: Εντομοαπωθητικές ταμπλέτες. 2. (ως ουσ.) το εντομοαπωθητικό, μικρή συσκευή που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα και διώχνει τα έντομα από ορισμένο χώρο. || κάθε ουσία, προϊόν κτλ. που διώχνει τα έντομα: Έβαλα στα χέρια και στα πόδια εντομοαπωθητικό.

[λόγ. έντομ(ον) -ο- + απωθητικός]

εντομογραφία η [endomoγrafía] Ο25 : κλάδος της εντομολογίας που ασχολείται με τη συστηματική περιγραφή των εντόμων.

[λόγ. < γαλλ. entomographie < αρχ. ἔντομο(ν) + -graphie = -γραφία]

εντομοκτόνος -ος / -α -ο [endomoktónos] Ε14 : που χρησιμοποιείται για την εξόντωση εντόμων: ~ ουσία. Εντομοκτόνο σπρέι. || (συνήθ. ως ουσ.) το εντομοκτόνο, χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση των εντόμων.

[λόγ. έντομ(ον) -ο- + -κτόνος μτφρδ. γαλλ. insecticide]

εντομολογία η [endomolojía] Ο25 : κλάδος της ζωολογίας, που ασχολείται με τη μελέτη των εντόμων.

[λόγ. < γαλλ. entomologie < αρχ. ἔντομο(ν) + -logie = -λογία]

εντομολογικός -ή -ό [endomolojikós] Ε1 : που αναφέρεται στην εντομολογία: Εντομολογική μελέτη / έρευνα.

[λόγ. < γαλλ. entomologique < entomolog(ie) = εντομολογ(ία) -ique = -ικός]

εντομολόγος ο [endomolóγos] Ο18 θηλ. εντομολόγος [endomolóγos] Ο35 : επιστήμονας ειδικός στην εντομολογία.

[λόγ. < γαλλ. entomologue < ento mo(logie) = εντομο(λογία) -logue = -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

εντομοφάγος -ος -ο [endomofáγos] Ε14 : που τρέφεται (κυρίως ή αποκλειστικά) με έντομα: Εντομοφάγα ζώα. Εντομοφάγα φυτά. || (ως ουσ., ζωολ.) τα εντομοφάγα, τάξη θηλαστικών που τρέφονται κυρίως με έντο μα: Ο σκαντζόχοιρος ανήκει στα εντομοφάγα.

[λόγ. < γαλλ. entomo phage < αρχ. ἔντομο(ν) + -phage = -φάγος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go