Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έμφυτος
1 item total
έμφυτος -η -ο [émfitos] Ε5 : (για ιδιότητα, γνώρισμα κτλ.) που τον έχει κάποιος από τη φύση του και δεν τον έχει αποκτήσει από πείρα ή διδασκαλία· (πρβ. σύμφυτος, εγγενής, φυσικός). ANT επίκτητος: Έμφυτη διάθεση / κακία / ικανότητα / τάση. Έμφυτα χαρίσματα. || (φιλοσ.) Έμφυτες ιδέες, που υπάρχουν στη συνείδηση του ανθρώπου ανεξάρτητα και πριν από κάθε εμπειρία, εγγενείς.

[λόγ. < αρχ. ἔμφυτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go