Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έλα
90 items total [1 - 10]
έλα [éla], όταν απευθυνόμαστε στον ενικό & ελάτε [eláte], όταν απευθυνόμαστε στον πληθυντικό· μόριο : 1α. μπροστά από φράση που δηλώνει προτροπή ή προσταγή· εμπρός, άντε, άιντε: ~· μη φοβάσαι. ~, καημένε, μην κάνεις έτσι. ~, για πες μου τι σε πείραξε. Ελάτε, μη θυμώνετε. ~ τώρα, θα μου πεις το μυστικό; ~! λίγο ακόμα και θα τα καταφέρουμε. ~, τελείωσε τώρα το διάλειμμα. ~, προσοχή τώρα. || συχνά μειώνει την ένταση της προσταγής: ~, φύγε / πήγαινε / δούλευε τώρα. || σε τηλεφωνική συνδιάλεξη: ~, μ΄ ακούς τώρα; ~, ποιος στο τηλέφωνο; β. απολύτως, ανάλογα με τον τόνο της φωνής. β1. για προτροπή σε στιγμές ευθυμίας· δώσ΄ του, άντε. β2. για επαναφορά στην τάξη· φτάνει πια. 2α. σε εκφράσεις που εισάγουν παρατήρηση η οποία δηλώνει πως ό,τι ειπώθηκε προηγουμένως είναι ή ήταν κάπως δύσκολο ή αδύνατο: ~ όμως που / όμως ~ που / μα ~ που / αλλά ~ που / ~ (μου) ντε: Ήθελα, μα ~ που δεν μπορούσα. Έπρεπε να υποχωρήσω· μα ~ που θα με έλεγαν δειλό. Kαλό είναι το σπίτι, μα ~ που δε μας χωράει. β. (επιφωνηματικά, με μόρια, συνδέσμους, επιρρήματα κτλ.) για δήλωση έκπληξης, δυσπιστίας, ένστασης στα λεγόμενα από συνομιλητή: ~ (τώρα) που / ~ (δα) που: ~ τώρα που δεν το θες· αφού σ΄ αρέσει. ~ μπράβο. ΦΡ ~ Xριστέ και Παναγιά, για δήλωση έντονης έκπληξης· ΣYN ΦΡ Kύριε ελέησον, Kύριε των δυνάμεων. ~ ντε*.

[μσν. έλα, ελάτε προστ. του αρχ. ρ. ἐλαύνω `οδηγώ άρμα΄ (ίσως από κραυγή στον ιππόδρομο)]

ελαία η [eléa] Ο25 : (λόγ.) η ελιά (το δέντρο και ο καρπός). ΦΡ κλάδος ελαίας, διάθεση ή πρόταση για ειρήνευση: Φέρω / προσφέρω / κομίζω κλάδο ελαίας.

[λόγ. < αρχ. ἐλαία]

ελαϊκός -ή -ό [elaikós] Ε1 : 1. που αναφέρεται στην ελιά και στα προϊόντα της: Ελαϊκή πολιτική, που αφορά την καλλιέργεια ελαιόδεντρων και την παραγωγή και εμπορία ελαιοκάρπου και ελαιολάδου. 2. (χημ.) για χημικές ενώσεις που περιέχονται σε φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη: Ελαϊκή αλκοόλη. Ελαϊκό οξύ.

[λόγ.: 1: ελνστ. ἐλαϊκός· 2: σημδ. γαλλ. oléique]

ελάινος -η -ο [eláinos] Ε5 : (λόγ.) που προέρχεται ή είναι φτιαγμένος από ελιά: Ελάινο στεφάνι, από φύλλα και κλάδους ελιάς. Ελάινο ξύλο.

[λόγ. < αρχ. ἐλάϊνος]

έλαιο το [éleo] Ο40 : (λόγ.) λάδι οποιασδήποτε προέλευσης και χρήσης: Φυτικά / ζωικά έλαια. Ορυκτά έλαια, ορυκτέλαια. Πτητικό / αιθέριο / αρωματικό / λιπαντικό ~.

[λόγ. < αρχ. ἔλαιον `λάδι ελιάς΄ & σημδ. γαλλ. huile]

ελαιο- 1 [eleo] & ελαιό- [eleó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & ελαι- [ele], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· σε σύνθεση με λόγιας προέλευσης β' συνθετικό σε περίπτωση που υπάρχει και αντίστοιχο μη λόγιο· με αναφορά: 1. στο δέντρο της ελιάς· (πρβ. λιο- 2): ελαιότοπος, ~φυτεία· ελαιόφυτος. 2. στο ελαιόλαδο (αλλά και στα υπόλοιπα φυτικά έλαια) και στον καρπό της ελιάς· (πρβ. λαδο-): ~παραγωγός· ~παραγωγή, ~τριβείο· ~παραγωγικός· ελαιεμπόριο, ελαιέμπορος, λαδεμπόριο, λαδέμπορος.

[λόγ. < αρχ. ἐλαι(ο)- θ. του ουσ. ἔλαιο(ν) `λάδι΄ ως α' συνθ.: αρχ. ἐλαιο-λόγος `που μαζεύει ελιές΄, ελνστ. ἐλαιο-κομία, ἐλαιο-τρίβιον, μσν. ελαιό-λαδον]

ελαιο- 2 & ελαιό-, όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά σε ελαιώδεις ουσίες: ~γραφία, ελαιόχρωμα, ~τυπία. || (ειδικότ.) στη λαδομπογιά, στο ελαιόχρωμα: ~βαφή, ~χρωματιστής.

[λόγ. < μσν. ελαιο- (στη νέα σημ.) < αρχ. ἐλαιο- (δες ελαιο- 1) ως α' συνθ.: μσν. ελαιο-κονία `σοβάς από ασβέστη και λάδι΄ & μτφρδ.: ελαιο-γραφία < γαλλ. peinture à l΄huile]

ελαιογραφία η [eleoγrafía] Ο25 : α. ζωγραφική με ελαιοχρώματα: H τεχνική της ελαιογραφίας. β. ζωγραφική παράσταση, πίνακας ζωγραφικής με ελαιόχρωμα· (πρβ. λάδι3): Παλιές ελαιογραφίες κοσμούν την αίθουσα.

[λόγ. ελαιο- 2 + -γραφία μτφρδ. γαλλ. peinture à l΄huile]

ελαιοδάκρυ το [eleoδákri] Ο γεν. ελαιοδακρύου : κόμμι ελαιόδεντρου.

[λόγ. ελαιο- 1 + δάκρυ]

ελαιόδεντρο το [eleóδendro] & ελαιόδενδρο το [eleóδenδro] Ο42 : (για σαφέστερη διατύπωση και σε επισημότερο ύφος) το δέντρο ελιά: Kτήμα με εκατό ελαιόδεντρα. H πυρκαγιά κατέστρεψε μεγάλο αριθμό ελαιόδεντρων.

[λόγ. ελαιο- 1 + δένδρον & προσαρμ. στη δημοτ. κατά το δένδρον > δέντρο]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...9   Next >
Go to page:Go