Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έγκλημα
8 items total [1 - 8]
έγκλημα το [éŋglima] Ο49 : 1.(και νομ.) πράξη άδικη, εκούσια, αντίθετη με το νόμο, η οποία κρίνεται αξιόποινη και τιμωρείται με βάση τον ποινικό κώδικα: Ποινικά / οικονομικά / πολιτικά / στρατιωτικά εγκλήματα. Συμβατικά / μη συμβατικά εγκλήματα. Εγκλήματα πολέμου. Tα κίνητρα / τα ελατήρια ενός εγκλήματος. Aυτουργός / ηθικός αυτουργός ενός εγκλήματος. Ο ποινικός κολασμός των εγκλημάτων. ~ φόνου / ανθρωποκτονίας / κλοπής / στάσης / απείθειας / εσχάτης προδοσίας / αυτοδικίας / ψευδορκίας. ~ σε βαθμό κακουργήματος / πλημμελήματος / πταίσματος. ~ με δόλο / με πρόθεση / από αμέλεια. Bασικά / ιδιώνυμα εγκλήματα. Στιγμιαίο / διαρκές ~. Εγκλήματα κατά της ζωής / της ιδιοκτησίας / της τιμής. Εγκλήματα βίας. ~ καθοσιώσεως*. || Tο οργανωμένο ~, η παράνομη δράση του υποκόσμου. 2. ειδικότερα, για έγκλημα ανθρωποκτονίας: Άγριο / φρικιαστικό ~. Aυτοκτόνησε ή έπεσε θύμα εγκλήματος; Συνελήφθη ο δράστης του εγκλήματος που συντάραξε την κοινή γνώμη. Aποτρόπαιο / στυγερό / ειδεχθές / βδελυρό ~. Aνεξιχνίαστο / τέλειο ~. Ο δολοφόνος πάντα γυρίζει στον τόπο του εγκλήματος. 3. ως εμφατικός χαρακτηρισμός πράξης, ενέργειας, συμπεριφοράς ηθικά ανεπίτρεπτης ή βλαπτικής ή επιζήμιας· (πρβ. εγκληματικός3): Είναι ~ να αρνείσαι να τους βοηθήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αδιαφορία είναι ~.

[λόγ. < αρχ. ἔγκλημα `κατηγορία΄ σημδ. γαλλ. crime]

εγκληματίας ο [eŋglimatías] Ο3 θηλ. εγκληματίας [eŋglimatías] : α.αυτός που διέπραξε ή διαπράττει βαρύτατο έγκλημα ή εγκλήματα, συνήθ. ανθρωποκτονίας: Στυγερός / ειδεχθής / παράφρων ~. Kοινός ~. ~ του κοινού ποινικού δικαίου. Εγκληματίες πολέμου. β. ως χαρακτηρισμός προσώπου που κάνει κάποιο βαρύτατο, συνήθ. ηθικό, παράπτωμα, που ευθύνεται για κτ. ιδιαίτερα επιζήμιο ή βλαπτικό: Θεωρούν εγκληματίες όσους αδιαφορούν για το μέλλον της κοινωνίας μας.

[λόγ. < εγκληματ- (έγκλημα) -ίας· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

εγκληματικός -ή -ό [eŋglimatikós] Ε1 : 1.που ανήκει ή που αναφέρεται στο έγκλημα: Εγκληματική πράξη / ενέργεια / δράση. Εγκληματικό παρελθόν. 2. που ανήκει ή αναφέρεται στον εγκληματία: Εγκληματική φύση. ~ χαρακτήρας / τύπος. || Εγκληματικό στοιχείο / εγκληματική φυσιογνωμία, ως χαρακτηρισμός εγκληματία. 3. ως εμφατικός χαρακτηρισμός πράξης, ενέργειας, συμπεριφοράς ηθικά ανεπίτρεπτης ή βλαπτικής ή επιζήμιας· (πρβ. έγκλημα3): Είναι εγκληματικό να αδιαφορείς. Εγκληματική αδιαφορία / αμέλεια / ολιγωρία. Εγκληματική πολιτική / απόφαση. Εγκληματικές συνέπειες.

[λόγ. < αρχ. ἐγκληματικός `που μπορεί να προξενήσει διαμάχες΄, μσν. εγκληματική δίκη `δίκη για έγκλημα΄]

εγκληματικότητα η [eŋglimatikótita] Ο28 (χωρίς πληθ.) : 1.(σπάν.) ο χαρακτήρας του εγκληματία, η ροπή προς το έγκλημα. 2. το σύνολο των εγκλημάτων που διαπράττονται σε μια κοινωνία ή κοινωνική ομάδα και σε μια χρονική περίοδο (η συχνότητά τους, η αναλογία τους προς τον πληθυσμό κτλ.): Έξαρση / αύξηση / μείωση / περιορισμός / καταστολή της εγκληματικότητας. Δείκτης εγκληματικότητας. H ~ της εφηβικής ηλικίας. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία η ~ στα μεγάλα αστικά κέντρα αυξάνεται με ανησυχητικό ρυθμό.

[λόγ. εγκληματικ(ός) -ότης > -ότητα]

εγκληματολογία η [eŋglimatolojía] Ο25 : α.η επιστήμη που μελετά και διερευνά από κάθε άποψη (κοινωνιολογική, ψυχολογική, νομική κτλ.) την εγκληματικότητα. β. (σπανιότ.) για τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην εξιχνίαση ποινικών εγκλημάτων.

[λόγ. εγκληματ- (έγκλημα) -ο- + -λογία μτφρδ. γαλλ. criminologie]

εγκληματολογικός -ή -ό [eŋglimatolojikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στην εγκληματολογία: Εγκληματολογική μελέτη. Εγκληματολογικές έρευνες. Εγκληματολογικό εργαστήριο. Εγκληματολογική υπηρεσία. || (ως ουσ.) το εγκληματολογικό, υπηρεσία της αστυνομίας.

[λόγ. εγκληματολογ(ία) -ικός]

εγκληματολόγος ο [eŋglimatolóγos] Ο18 θηλ. εγκληματολόγος [eŋglima tolóγos] Ο35 : ο ειδικός στην εγκληματολογία.

[λόγ. εγκληματο(λογία) -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

εγκληματώ [eŋglimató] Ρ10.9α : α.(και νομ.) διαπράττω πράξη άδικη, εκούσια, αντίθετη με το νόμο, η οποία κρίνεται αξιόποινη και τιμωρείται με βάση τον ποινικό κώδικα: Εγκλημάτησε από δόλο / από πρόθεση / από αμέλεια. β. κάνω κτ. ηθικά ανεπίτρεπτο, επιζήμιο ή βλαπτικό: Εγκληματεί, όταν δείχνει τέτοια αδιαφορία για το μέλλον των παιδιών του.

[λόγ. εγκληματ- (έγκλημα) -ώ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go