Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: άεργος
1 item total
άεργος -η -ο [áerγos] Ε5 : (για πρόσ.) που περνάει τον καιρό του χωρίς να ασχολείται με κτ., που δεν έχει έργο, απασχόληση: Ρίχτηκαν όλοι στη δουλειά· κανένας δεν έμεινε ~. Στον άεργο άνθρωπο η μέρα φαίνεται χρόνος. Kαλλιεργούσε ο ίδιος τον κήπο για να μην κάθεται ~.

[λόγ. < ελνστ. ἄεργος (ίσως σφαλερή γραφή αντί ἄνεργος), αρχ. ἀεργός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go