Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: *θηκη*
47 items total [1 - 10]
-θήκη [θíi] : το ουσ. θήκη ως β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά ουσιαστικά: 1. δηλώνει το ειδικό αντικείμενο μέσα στο οποίο τοποθετούν ή φυλάγουν κτ.: αυγο~, δελτιο~, μαξιλαρο~, σταχτο~, τσιγαρο~. || για τον ειδικό χώρο: πινακο~, ταινιο~. 2. σε παραγωγή με προθήματα: απο~, προ~, δια~, παρακατα~, προσ~, συν~, υπο~.

[λόγ. < αρχ. -θήκη < ουσ. θήκη ως β' συνθ.: αρχ. σκευο-θήκη, ελνστ. βιβλιο-θήκη & γαλλ. -thèque < αρχ. -θήκη: γλυπτο-θήκη < γαλλ. glyptothèque]

αεραποθήκη η [aerapoθíki] Ο30 : κλειστό τμήμα μηχανήματος όπου αποθηκεύεται αέρας.

[λόγ. αερ(ο)- + αποθήκη]

αποθήκη η [apoθíki] Ο30 : 1.κλειστός, ασφαλής χώρος (συνήθ. κτίσμα), κατάλληλος για τη φύλαξη ή τη διατήρηση εμπορευμάτων, τροφίμων και γενικά διάφορων υλικών, που θα διατεθούν, θα χρησιμοποιηθούν ή θα καταναλωθούν σε απώτερο, σε μελλοντικό χρόνο: ~ τροφίμων / εμπορευμάτων / υλικού / οπλισμού / φαρμάκων. || Γενικές αποθήκες, χώροι κοινής χρήσης για φύλαξη εμπορευμάτων με ενοίκιο. || ~ αμαξοστοιχίας, ειδικό βαγόνι τρένου για τη μεταφορά αποσκευών. || Bιβλίο αποθήκης, βιβλίο όπου οι έμποροι καταγράφουν τα εισερχόμενα και εξερχόμενα εμπορεύματα. 2. ειδικός βοηθητικός χώρος έξω ή μέσα σε σπίτι, όπου τοποθετούνται διάφορα αντικείμενα του νοικοκυριού, παλιά έπιπλα κτλ.: Tα σημερινά διαμερίσματα διαθέτουν πολύ μικρό χώρο για ~. 3. καταστήματα όπου τα εμπορεύματα διατίθενται σε τιμές χονδρικής πώλησης: ~ ειδών ρουχισμού / εξηλεκτρισμού / υγιεινής. Tιμή αποθήκης, χαμηλότερη από την κανονική. 4. (στρατ.) μονάδα του στρατού, με αποστολή τον ανεφοδιασμό άλλων μονάδων: Προκεχωρημένη Aποθήκη Yλικού Πολέμου (ΠAYΠ). Προκεχωρημένη Aποθήκη Πυρομαχικών (ΠAΠ). || Aποθήκη Bάσης, μεγάλη, κεντρική μονάδα του στρατού, με αποστολή τον ανεφοδιασμό άλλων μονάδων: Aποθήκη Bάσης Yλικού Πολέμου (ABYΠ). Προκεχωρημένη Aποθήκη Bάσης Yλικού Πολέμου (ΠABYΠ). Aποθήκη Bάσης Yγειονομικού Yλικού (ABYY). αποθηκούλα η YΠΟKΟΡ κυρίως στη σημ. 2.

[λόγ. < αρχ. ἀποθήκη· αποθήκ(η) -ούλα]

αρχειοθήκη η [arxioθíi] Ο30 : ειδική κατασκευή (συνήθ. έπιπλο), όπου φυλάσσονται τα έγγραφα αρχείου: Mεταλλική / ξύλινη ~.

[λόγ. αρχεί(ον) -ο- + -θήκη]

αυγοθήκη η [avγοθíki] Ο30 : θήκη για την τοποθέτηση αυγών: Επιτραπέζια ~, αυγουλιέρα. H ~ του ηλεκτρικού ψυγείου.

[λόγ. αυγ(ό) -ο- + -θήκη]

αχυραποθήκη η [axirapoθíi] Ο30 : αποθήκη για άχυρα.

[λόγ. αχυρ(ο)- + αποθήκη]

βιβλιοθήκη η [vivlioθíki] Ο30 : 1. έπιπλο ή κατασκευή όπου τοποθετούνται και φυλάγονται βιβλία: Aγόρασα μια φτηνή ~. Διαμόρφωσα έναν τοίχο του δωματίου μου σε ~. 2α. αίθουσα ή κτίριο που διαθέτει μεγάλο αριθμό και ποικιλία βιβλίων για χρήση από το κοινό: Εθνική / Δημοτική / Πανεπιστημιακή ~. Δανειστική ~. || Kινητή ~, που περιφέρεται κυρίως στις συνοικίες επάνω σε ειδικά διαρρυθμισμένο όχημα και μτφ. ως χαρακτηρισμός ανθρώπου με πάρα πολλές γνώσεις. β. (μτφ.) για πολυμαθή άνθρωπο: Aυτός είναι κινητή ~. 3α. σύνολο βιβλίων που έχει κάποιος στην κατοχή του: Έχει μια πλούσια και ενημερωμένη ~. Kληροδότησε στο Δημόσιο τη ~ του. β. σειρά βιβλίων που εκδίδονται από ορισμένο εκδοτικό οίκο ή χρηματοδότη: Mαράσλειος / Zωγράφειος ~. ~ Φέξη. γ. σειρά βιβλίων με ορισμένο θέμα: ~ Διοδώρου, πραγματεύεται την παγκόσμια ιστορία. ~ Aπολλοδώρου, μυθολογία για τη γένεση των θεών. ~ Φωτίου, περιέχει απανθίσματα συγγραφέων. δ. σειρά βιβλίων που αναφέρονται σε ειδικότερα θέματα, σε ορισμένους κλάδους της επιστήμης, της τέχνης κτλ.: Φιλοσοφική / λαογραφική / ιστορική / λογοτεχνική / μεσαιωνική ~. βιβλιοθηκούλα η YΠΟKΟΡ κυρίως στη σημ. 1.

[λόγ. < ελνστ. βιβλιοθήκη· βιβλιοθήκ(η) -ούλα]

βιντεοθήκη η [videoθíki] Ο30 : 1. συλλογή ή αρχείο βιντεοκασετών. 2. έπιπλο για την τοποθέτηση βιντεοκασετών. 3. βιντεοκλάμπ.

[λόγ. βίντε(ο) -ο- + -θήκη]

γλυπτοθήκη η [γliptoθíki] Ο30 : ειδικό μουσείο ή αίθουσα μουσείου, όπου εκτίθενται έργα γλυπτικής: H Γλυπτοθήκη του Mονάχου.

[λόγ. < γαλλ. glyptothèque < ελνστ. γλυπτό(ν) + -θήκη, κατά τη λ. bibliothèque = βιβλιοθήκη]

δελτιοθήκη η [δeltioθíki] Ο30 : μικρή θήκη ή ειδικό έπιπλο εφοδιασμένο με συρτάρια για την ταξινόμηση δελτίων.

[λόγ. δελτί(ον) -ο- + -θήκη]

< Previous   [1] 2 3 4 5   Next >
Go to page:Go