Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: %χαμο-*
1 item total
χαμο- [xamo] & χαμό- [xamó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· προσδίδει σ΄ αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό την έννοια του: 1. κάτω: ~κυλιέμαι, ~σέρνω· χαμόσυρτος. 2. χαμηλός· (πρβ. χαμαι-): χαμόδεντρο, ~κερασιά, χαμόκλαδο, ~συκιά. || (μτφ.) ταπεινός, φτωχικός: ~θεός, χαμόσπιτο. 3. (υποκοριστικά) κάπως, με δυσκολία: ~βαστιέμαι.

[μσν. χαμο- θ. του επιρρ. χάμ(ω) -ο- ως α' συνθ.: μσν. χαμό-ζωος `που ζει ταπεινή ζωή΄, χαμό-μηλον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go