Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: %οψ%
123 εγγραφές [121 - 123]
χριστόψαρο το [xristópsaro] Ο41 : ψάρι με πλατύ σώμα, μεγάλα ακτινωτά αγκάθια στη ράχη και με μια μεγάλη μαύρη βούλα στα δύο πλευρά: Tο ~ σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση έχει το σημάδι από τα δύο δάχτυλα του Xριστού.

[μσν. χριστόψαρον < Χριστ(ός) -ο- + ψάρ(ι) -ον]

χριστόψωμο το [xristópsomo] Ο41 : ψωμί ζυμωμένο με αρωματικά και στολισμένο με ξηρούς καρπούς, που το φτιάχνουν τα Xριστούγεννα.

[Χριστ(ός) -ο- + ψωμ(ί) -ο]

χρυσόψαρο το [xrisópsaro] Ο41 : είδος ψαριού με χρυσοκόκκινο χρώμα, που ζει σε ενυδρεία ή σε τεχνητές λίμνες.

[χρυσο- + ψάρ(ι) -ο]

< Προηγούμενο   1... 9 10 11 12 [13]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες