Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: %ιμος
13 items total [1 - 10]
-ιμος -ιμη -ιμο [imos] & -σιμος -σιμη -σιμο [simos] & -ξιμος -ξιμη -ξιμο [ksimos] & -ψιμος -ψιμη -ψιμο [psimos], ανάλογα με το χαρακτήρα του συνοπτικού ρηματικού θέματος από το οποίο παράγεται : επίθημα επιθέτων παράγωγων από ρήματα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι κατάλληλο, μπορεί ή πρέπει να δεχτεί την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα από το οποίο παράγεται: (εκλέγω) εκλέξιμος, (εκπαιδεύω) εκπαιδεύσιμος, (επεξεργάζομαι) επεξεργάσιμος, (κολάζω) κολάσιμος, (φορολογώ) φορολογήσιμος, (αρδεύω) αρδεύσιμος, (διαγράφω) διαγράψιμος. || σε παραγωγή από ουσιαστικά: (σύνταξη) συντάξιμος.

[-ιμος: λόγ. < αρχ. μετουσ. επίθημα παραγωγικό επιθέτων -ιμος: αρχ. πένθ-ιμος (< πένθ-ος), ελνστ. σκόπ-ιμος (< αρχ. σκοπ-ός)· -σιμος, -ξιμος, -ψιμος: λόγ. < αρχ. μετουσ. & μεταρ. επίθημα παραγωγικό επιθέτων -σιμος, -ξιμος, -ψιμος (με βάση ουσ. με θ. σε -σ-, -ξ-, -ψ- αντίστοιχα και συσχετισμός με ρ. με βάση το συνοπτ. θ.): αρχ. ἰά-σ-ιμος (< ἴασις / ἰῶμαι), ἀρό-σ-ιμος (< ἀρῶ `καλλιεργώ΄), ελνστ. ἀρδεύ-σ-ιμος (< αρχ. ἀρδεύω), αρχ. φύξιμος `με δυνατότητα διαφυγής΄ (< φύξις `φυγή΄), ελνστ. ἀπορρίψιμος (< αρχ. ἀπορρίπτω), αρχ. ὄψιμος (< επίρρ. ὀψέ `αργά΄)]

αοίδιμος -ος / -η -ο [aíδimos] Ε17 : (λόγ.) αείμνηστος, συνήθ. σε επικήδειο λόγο ως προσφώνηση ή ως αναφορά σε προκείμενο νεκρό.

[λόγ. < αρχ. ἀοίδιμος]

Διακαινήσιμος η [δiakenísimos] Ο36 : η εβδομάδα μετά την Kυριακή του Πάσχα έως την Kυριακή του Θωμά: Δευτέρα / Tρίτη / Tετάρτη κτλ. / η εβδομάδα της Διακαινησίμου, του Πάσχα.

[λόγ. < μσν. ή ελνστ. διακαινήσιμος (σφαλερή ορθογρ.) < διακαινισ- (*διακαινίζω) -ιμος, *διακαινίζω < δια- ελνστ. καινίζω `ανανεώνω πνευματικά΄, αρχ. σημ.: `κάνω καινούριο ή παράξενο΄]

δικάσιμος η [δikásimos] Ο36 & δικάσιμη η [δikásimi] Ο (βλ. Ε5) : (νομ.) ημέρα κατά την οποία δικάζεται μια υπόθεση, διεξάγεται μια δίκη: Ορίστηκε (νέα) ~ στις δέκα του μηνός.

[λόγ. < ελνστ. δικάσιμος (ενν. ημέραδικάσιμ(ος) μεταπλ. για προσαρμ. στη δημοτ.]

εναίσιμος -ος -ο [enésimos] Ε17 : (λόγ., παρωχ.) μόνο στο ~ διατριβή, η διατριβή που υποβάλλεται σε κάποιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα για την απόκτηση του τίτλου του διδάκτορα· διδακτορική διατριβή.

[λόγ. < ελνστ. ἐναίσιμος `που προμηνύει καλό΄ (αρχ. σημ.: `μοιραίος΄) σημδ. νλατ. dissertatio inauguralis]

ερίτιμος -ος / -η -ο [erítimos] Ε17 : (λόγ.) που αξίζει την εκτίμηση και το σεβασμό, συνήθ. για γυναίκα, όταν αναφερόμαστε σε αυτή: H ~ κυρία / δεσποινίς.

[λόγ. < αρχ. ἐρίτιμος]

λαιμός ο [lemós] Ο17 : I1α. τμήμα του σώματος ανθρώπων και ζώων που ενώνει το κεφάλι με τον κορμό: Mακρύς / κοντός / λεπτός / χοντρός ~. ~ κύκνου / καμηλοπάρδαλης. Kοίταζα με θαυμασμό το μακρύ κατάλευκο λαιμό της. β. τμήμα, μέρος ρούχου (σταθερό ή προσθήκη) γύρω από το λαιμό1: Mε σφίγγει ο ~ της μπλούζας / του πουκαμίσου. 2. το μπροστινό τμήμα ή το εσωτερικό του λαιμού1 και τα αντίστοιχα όργανα: Έχει ένα σημάδι / μια ελιά στο λαιμό. Στέγνωσε / ξεράθηκε / πονάει ο ~ μου, ο λάρυγγας. (έκφρ.) κτ. μου κάθεται* / μου στέκεται* στο λαιμό. θα δέσω μια πέτρα* στο λαιμό μου. ΦΡ βάζω το μαχαίρι στο λαιμό κάποιου / πιάνω κπ. από το λαιμό, τον πιέζω υπερβολικά, τον εξαναγκάζω. βάζω (τη) θηλιά* στο λαιμό κάποιου. βάζω θηλιά* στο λαιμό μου. κάποιος ή κτ. μου κάθεται* στο λαιμό. παίρνω κπ. στο λαιμό μου, γίνομαι αιτία να πάθει κάποιος κτ., τον παρασύρω. κόψε το λαιμό σου / να κόψεις το λαιμό σου, να κάνεις τα πάντα για να βρεις λύση, να τα καταφέρεις. δεν πα να κόψει το λαιμό του, ένδειξη πλήρους αδιαφορίας. βγήκε* ο ~ μου (να φωνάζω). πέφτω* στο λαιμό κάποιου. ως / μέχρι το λαιμό, δηλώνει το ανώτατο όριο, το έσχατο σημείο: Bουτηγμένος στα χρέη / χρεωμένος ως το λαιμό, που χρωστάει πάρα πολλά χρήματα. M΄ έφερες ως το λαιμό, μου εξάντλησες τα όρια της υπομονής, της αντοχής μου. II. (μτφ.) 1. κυλινδρικό και μακρύ τμήμα αντικειμένου που μοιάζει με λαιμό: ~ φιάλης / μπουκαλιού / αγγείου / στάμνας. 2. ό,τι λειτουργεί συνδετικά, όπως ο λαιμός. α. (για μουσικά όργανα): Ο ~ της λύρας. β. (για λωρίδες θάλασσας ή γης): Ο ~ της Bουλιαγμένης στην Aττική. Ο ~ της χερσονήσου, το στενό τμήμα που τη συνδέει με την ξηρά. λαιμουδάκι το YΠΟKΟΡ.

[αρχ. λαιμός· λαι μ(ός) -ουδάκι]

λιμός ο [limós] Ο17 : (λόγ.) μεγάλη πείνα που οφείλεται σε παρατεταμένη έλλειψη τροφής: H μεγάλη ξηρασία προκάλεσε πολλούς θανάτους από λιμό. ΦΡ σεισμοί*, λιμοί, λοιμοί και καταποντισμοί.

[λόγ. < αρχ. λιμός (σύγκρ. διαλεκτ. λιμός < αρχ. λιμός)]

λοιμός ο [limós] Ο17 : κάθε επιδημική, μολυσματική και θανατηφόρα νόσος. ΦΡ σεισμοί*, λιμοί, λοιμοί και καταποντισμοί. || η πανούκλα.

[λόγ. < αρχ. λοιμός `πανούκλα΄, ελνστ. σημ.: `λοιμώδης νόσος΄]

μίμος ο [mímos] Ο18 : 1α. αυτός, ιδίως καλλιτέχνης, που προκαλεί γέλιο με τη μίμηση: Παράσταση τσίρκου με ζώα, ακροβάτες και μίμους. β. ηθοποιός της παντομίμας. 2. αρχαίο θεατρικό είδος που παρουσιάζει θέματα από την καθημερινή ζωή συνήθ. με κωμική διάθεση: Ελληνικοί / λατινικοί μίμοι.

[λόγ. < αρχ. μῖμος]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go