Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: %ίνη
338 items total [1 - 10]
-ίνη [íni] : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για την απόδοση ξένων λέξεων, που δηλώνουν κάποια χημική, φαρμακευτική ή άλλη ανάλογη ουσία· (πρβ. -ίνα 2): βαζελίνη, ζαχαρίνη, καφεΐνη, ναφθαλίνη, νεομυκίνη, νικοτίνη, πενικιλίνη.

[λόγ. < νλατ. μετον. επίθημα -ina δηλωτικό φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, χημικών ενώσεων και τεχνητών ουσιών: νλατ. strychnina > στρυχνίνη, διεθ. chlorine (< chlor-) > χλωρ-ίνη (χλώρ-ιο), αγγλ. penicillin > πενικιλίνη, γερμ. Heroin > ηρωίνη (δες λ.), σπανιότ. φυσικών ή χημικών ουσιών: νλατ.(;) adamantina > αδαμαντ-ίνη, παλ. γερμ. Kaffein > καφε-ΐνη < λατ. θηλ. επίθημα -ina: regina `βασίλισσα΄, που παρήγε και αφηρ. ουσ.: medicina `ιατρική΄ (η αλλαγή > έγινε για να μοιάζουν οι λ. με αρχ. ελλην. όπου υπήρχαν μερικές λ. σε -ίνη: αρχ. ἀξίνη > νεοελλ. αξίνα, ἡρω-ίνη `ηρωίδα΄ καθώς μερικές λ. σε -ίνη αντιστοιχούσαν σε λατ. λ. σε -ina: αρχ. σαρδ-ίνη - λατ. sardina `σαρδέλα΄) & λόγ. επίδρ. στο -ίνα 2: μπενζίνα (< ιταλ. benzina ή ιταλ. benzine) > βενζίνη, ασπιρίνα > ασπιρίνη (δες και -ίνα 2)]

-ινός [inós] θηλ. -ινή [iní] & (σπανιότ., προφ.) -ινιά [iá] : επίθημα για το σχηματισμό: α. πατριδωνυμικών ουσιαστικών παράγωγων από τοπωνύμια· (πρβ. -ινός 2 -ινή -ινό): (Πάτρα) Πατρινός - Πατρινή, Πατρινιά, (Zάκυνθος) Zακυνθινός - Zακυνθινή, Zακυνθινιά, (Tρίκαλα) Tρικαλινός - Tρικαλινή, Tρικαλινιά· (πρβ. -ιώτηςβ. επωνύμων.

[ουσιαστικοπ. αρσ. και θηλ. του επιθήματος επιθ. -ινός 2 -ινή -ινό· -ιν(ή) μεταπλ. -ιά]

-ινος -ινη -ινο [inos] : επίθημα με λόγια προέλευση για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο: α. είναι φτιαγμένο ή προέρχεται από την ύλη που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ένιος -ένια -ένιο): (αγκάθι) αγκάθινος, (βελούδο) βελούδινος, (βροχή) βρόχινος, (μάρμαρο) μαρμάρινος, (πηλός) πήλινος, (χαρτί) χάρτινος, (χώμα) χωμάτινος, (ψάθα) ψάθινος· (άνθρωπος) ανθρώπινος, που αναφέρεται στον άνθρωπο, που έχει τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν· (πρβ. -ινός 3β). || προέρχεται από το ζώο που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ινός3): (γίδα) γίδινος. β. έχει το χρώμα που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (ώχρα) ώχρινος.

[αρχ. μετουσ. επίθημα -ινος που παρήγε επίθ. δηλωτικά ύλης: αρχ. πέτρ-ινος (< πέτρ-α `βράχος΄), ξύλ-ινος (< ξύλ-ον), δερμάτ-ινος (< δέρμα, θ. δερματ-) και σπανιότ. δηλωτικό πως κτ. προέρχεται από κάπου, έχει τη φύση κάποιου, ταιριάζει σε κτ.: αρχ. γή-ινος (< γῆ), ἀνθρώπ-ινος (< ἄνθρωπ-ος), πράσ-ινος (< πράσ-ον), (σήμερα το -ινος έχει αρχίσει να υποχωρεί μπροστά στο -ένιος: παλαιότ. μαρμάρ-ινος - νεότ. μαρμαρ-ένιος) & λόγ. < αρχ. -ινος, ιδ. όταν αντιτίθεται στο -ένιος: μαρμαρ-ένιος - μαρμάρ-ινος, βελουδ-ένιος - βελούδ-ινος, κριθαρ-ένιος - κρίθ-ινος]

-ινός 1 -ινή -ινό [inós] : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι, βρίσκεται ή συμβαίνει στον τόπο ή στη χρονική περίοδο που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ιανός -ιανή -ιανό). α. παράγωγα από τοπικά ή χρονικά επιρρήματα: (μπροστά) μπροστινός, (κοντά) κοντινός, (απόψε) αποψινός, (πάντοτε) παντοτινός, (σήμερα) σημερινός, (τώρα) τωρινός, (χτες) χτεσινός. β. παράγωγα από ουσιαστικά που εκφράζουν χρονική περίοδο: (απόγευμα) απογευματινός, (έαρ) εαρινός, (θέρος) θερινός, (φθινόπωρο) φθινοπωρινός. || παράγωγα από ουσιαστικά που εκφράζουν τόπο· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αναφέρεται στο σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη ή προέρχεται από αυτό: (θάλασσα) θαλασσινός.

[αρχ. μετουσ. και μετεπιρρ. επίθημα -ινός παραγωγικό χρον. επιθέτων: αρχ. ἑσπερ-ινός `βραδινός΄ (< ἑσπέρ-α), θερ-ινός (< θέρ-ος), περυσ-ινός (< πέρυσ-ι), ελνστ. σημερ-ινός (< σήμερ-ον) και σπανιότ. δηλωτικό τοπ. σχέσης: ελνστ. πεδ-ινός (< πεδί-ον `πεδιάδα΄) ή γενικά πως κτ. ανήκει σε κπ., ταιριάζει σε κτ.: αρχ. ἀληθ-ινός (< επίθ. ἀληθ-ής) (δες και -ινός 2, -ινός 3)]

-ινός 2 -ινή -ινό : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από τοπωνύμια· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο προέρχεται από το τοπωνύμιο που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ινός θηλ. -ινή): (Kαλάβρυτα) καλαβρυτινός, (Πάτρα) πατρινός.

[αρχ. -ινός που σπανιότ. δήλωνε τοπ. προέλ. (δες στο -ινός 1) & από μερικά αρχ. επίθ. σε -εινός (μετουσ. επίθημα): αρχ. ὀρε-ινός (< ὄρος), φωτ-εινός (< φῶς θ. φωτ-) & αρχ. -ηνός (επίθημα εθνικών ον.): αρχ. Kυζικ-ηνός (< Kύζικ-ος), ελνστ. Περγαμ-ηνός (< Πέργαμ-ος), ύστερα από τη σύμπτ. κατά την ελνστ. εποχή της προφ. των <ει> και <η> με το <ι> (δες και -ινός 3)]

-ινός 3 -ινή -ινό : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι: α. το προσδιοριζόμενο προέρχεται από το ζώο που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ινος, -ίσιος): (αγελάδα) αγελαδινός. β. (μτφ.) το προσδιοριζόμενο ταιριάζει σ΄ αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη, είναι κατάλληλο γι΄ αυτό: (άνθρωπος) ανθρωπινός.

[αρχ. -ινος (δες -ινος -ινη -ινο), ιδ. στη σημ. της προέλ. και του ταιριαστού, με μετακ. του τόνου αναλ. προς άλλα επίθ. σε -ινός: αρχ. ἀνθρώ π-ινος > ανθρωπ-ινός & προς μερικά επίθ. σε -εινός (δες -ινός 2)]

αγαλμάτινος -η -ο [aγalmátinos] Ε5 : 1.που αναφέρεται σε άγαλμα: Tα αγαλμάτινα ομοιώματα των αρχαίων θεών. 2. αγαλματένιος: Aγαλμάτινο σώμα.

[λόγ. αγαλματ- (άγαλμα) -ινος]

αγελαδινός -ή -ό [ajelaδinós] & γελαδινός -ή -ό [jelaδinós] Ε1 : που προέρχεται από την αγελάδα: Aγελαδινό βούτυρο / γάλα / γιαούρτι / τυρί.

[λόγ. αγελαδ- (δες αγελάδα) -ινός· αποβ. του αρχικού άτ. φων. για προσαρμ. στη δημοτ. κατά το αγελάδα > γελάδα]

αγκάθινος -η -ο [aŋgáθinos] Ε5 : φτιαγμένος από αγκάθια: Aγκάθινο στεφάνι.

[λόγ. < ελνστ. ἀκάνθινος με προσαρμ. στη δημοτ. κατά το ακάνθιον > αγκάθι]

αδαμαντίνη η [aδamandíni] Ο30 : (ανατ.) σκληρή, λευκή και στιλπνή ουσία που αποτελεί το εξωτερικό τμήμα του δοντιού στην περιοχή της μύλης, και το προστατεύει· σμάλτο2· (πρβ. οδοντίνη).

[λόγ. < αγγλ. adaman tine < λατ. adamant(inus) < αρχ. ἀδαμάντ(ινος) -ine = -ίνη]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...34   Next >
Go to page:Go