Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-τρα"
3 items total [1 - 3]
-τρα 1 [tra] & -ίστρα 1 [ístra] : 1. επίθημα για το σχηματισμό του θηλυκού από αρσενικά ρηματικά ουσιαστικά σε -τής ή κατευθείαν από ρήματα (συνήθ. από το θέμα του αορίστου), όταν δεν έχει επικρατήσει αντίστοιχο αρσενικό ουσιαστικό· δηλώνει τη γυναίκα με επάγγελμα, ασχολία, δραστηριότητα κτλ. ανάλογα με την έννοια της λέξης που αποτελεί τη βάση για το σχηματισμό: (κλέφτης) κλέφτρα, (ξελογιαστής) ξελογιάστρα· κεντίστρα, κορδελιάστρα, παραδουλεύτρα, πλύστρα, χαρτορίχτρα· κουνίστρα. 2. σχηματίζει τον προφορικό, οικείο ή λαϊκότροπο τύπο θηλυκών ουσιαστικών σε -τρια: πλεονέχτρα, υφάντρα.

[μσν. -τρα: μαντεύ-τρα < αρχ. -τρια με αποβ. του ημιφ. ανάμεσα σε [r] και φων. (σύγκρ. τριακόσα > τρακόσα) & αρχ. -τής > -τρα: δουλευ-τής > δουλεύ-τρα· -ίστρα: κατά τα ρήματα σε -ίζω]

-τρα 2 & -ίστρα 2 : επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα (κυρίως από το θέμα του αορίστου)· δηλώνει όργα νο, αντικείμενο, συσκευή κτλ. με λειτουργία ανάλογη με αυτό που εκφρά ζει η πρωτότυπη λέξη: (απλώνω) απλώστρα, (κουδουνίζω) κουδουνίστρα, (κρεμώ) κρεμάστρα, (πολεμώ) πολεμίστρα, (σιδερώνω) σιδερώστρα, (σκοτώνω) σκοτώστρα.

[αρχ. μεταρ. επίθημα -τρα συνήθ. δηλωτικό εργαλείων: φαρέ-τρα, καλύπ-τρα, θερμάσ-τρα· -ίστρα: κατά τα ρήματα σε -ίζω]

-τρα 3 : επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών πληθυντικού αριθμού παράγωγων από ρήματα· δηλώνει το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην παροχή των υπηρεσιών που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: (ασφαλίζω) ασφάλιστρα, (διδάσκω) δίδακτρα, (εξετάζω) εξέταστρα.

[λόγ. < αρχ. επίθημα -τρον, πληθ. -τρα δηλωτικό αμοιβής: αρχ. κόμιστρον `αμοιβή για κπ. υπηρεσία΄, ελνστ. δίδακ-τρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go