Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-ιός"
4 items total [1 - 4]
-ιος [ios] θηλ. -ία [ía] & -ια [ia] : επίθημα με λόγια προέλευση για το σχηματισμό εθνικών ή πατριδωνυμικών ουσιαστικών παράγωγων από ονόματα χωρών, περιοχών ή πόλεων· (πρβ. -ιώτης): (Aίγυπτος) Aιγύπτιος - Aιγυπτία, (Kόρινθος) Kορίνθιος - Kορινθία, (Kύπρος) Kύπριος - Kυπρία.

[λόγ. < αρχ. μετουσ. πατριδων. επίθημα -ιος, θηλ. -ία (ουσιαστικοπ. του αρχ. επιθήματος επιθ. -ιος -ία -ιον, δες στο -ιος 1 -ια -ιο): αρχ. Kορίνθ-ιος (< Kόρινθ-ος), Πελοποννήσ-ιος (< Πελοπόννησ-ος)· -ια: προσαρμ. στη δημοτ.]

-ιός [s] θηλ. -ιά [(iá)] (η προφορά εξαρτάται από το σύμφωνο που προηγείται) : επίθημα για το σχηματισμό: α. πατριδωνυμικών ουσιαστικών παράγωγων από ονόματα περιοχών ή πόλεων· (πρβ. -αίος, -ιώτης): (Θεσσαλονίκη) Θεσσαλονικιός - Θεσσαλονικιά, (Σαντορίνη) Σαντορινιός - Σαντορινιά. || (Λήμνος) Λημνιός - Λημνιά, (Σίφνος) Σιφνιός - Σιφνιά· (Mυτιλήνη) Mυτιληνιός - Mυτιληνιά. β. επωνύμων.

[αρχ. μετουσ. πατριδων. επίθημα -αῖος > -αιός > -ιός (με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.): αρχ. Mυτιλην-αῖος (< Mυτιλήν-η) > Mυτιλην-αιός > Mυτιλην-ιός και νεότερες παραγωγές: Σαντορίν-η > Σαντοριν-ιός]

-ιος 1 -ια -ιο [ios] : επίθημα με λόγια προέλευση για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο προέρχεται από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή ότι έχει τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που αυτή συνεπάγεται: (αιώνας) αιώνιος, (θάλασσα) θαλάσσιος, (Όλυμπος) ολύμπιος, (ουρανός) ουράνιος, (ποταμός) ποτάμιος, (σωτήρας) σωτήριος, (χρόνος) χρόνιος, (ωκεανός) ωκεάνιος· (επί τόπου) επιτόπιος, (ίσες γωνίες) ισογώνιος.

[λόγ. < αρχ. μετουσ. επίθημα κτητ. επιθ. -ιος, το πιο κοινό του είδους του: αρχ. αἰών-ιος (< αἰών), αἰθέρ-ιος (< αἰθήρ, θ. αἰθερ-), συχνό για δημιουργία συνθέτων: αρχ. ὁμοπάτρ-ιος `που έχει κοινό πατέρα΄ (< ὁμός + πατήρ), από φρ.: αρχ. ἐπουράν-ιος (< ἐπ΄ οὐρανῷ), επίσης πατριδων. (δες -ιος, θηλ. -ια), συχνό ως ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. (δες στο -ιο 1): αρχ. ἐνύπν-ιον (< ἐν ὕπνῳ), για ονόματα γιορτών: αρχ. Ἀρτεμίσ-ιον (γιορτή ή ναός της Άρτεμης), συνήθ. στον πληθ.: αρχ. θεσμοφόρ-ια (γιορτή της Δήμητρας Θεσμοφόρ-ου, δηλ. αυτής που έφερε νόμους στην ανθρώπινη κοινωνία)]

-ιος 2 -ια -ιο [ios] (η προφορά του ημιφώνου εξαρτάται από την προφορά του συμφώνου που προηγείται) : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων: α. από ρήματα: (σαπίζω) σάπιος, (τρυπώ) τρύπιος, (ψοφώ) ψόφιος. β. από επίθετα· (πρβ -ειος 2): (καθαρός) καθάριος.

[αρχ. -ιος (δες -ιος 1) με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go