Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-ισμός"
1 item total
-ισμός [izmós] : επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά ή ουσιαστικοποιημένα επίθετα ή για την απόδοση στα νέα ελληνικά ξένων λέξεων· δηλώνει: 1. θεωρία, διδασκαλία, άποψη φιλοσοφική, θρησκευτική, πολιτική, οικονομική, επιστημονική, καλλιτεχνική κτλ.: (άνθρωπος) ανθρωπισμός, (βούδας) βουδισμός, (δομή) δομισμός, (καθολικός) καθολικισμός, (κλασικός) κλασικισμός, (Λένιν) λενινισμός, (Mαρξ) μαρξισμός· πλουραλισμός, ρεβιζιονισμός, ρομαντισμός, σοσιαλισμός, φασισμός. 2α. στάση ζωής, τάση προς ορισμένο τρόπο συμπεριφοράς: (εγώ) εγωισμός, (ήρωας) ηρωισμός, (νάρκισσος) ναρκισσισμός· αλτρουισμός, σνομπισμός, φανατισμός. β. ορισμένο είδος ενασχόλησης, σύνολο δραστηριοτήτων που αναφέρονται σε μία κοινή αντίληψη, σε έναν κοινό στόχο: (αθλητής) αθλητισμός, (οδηγός) οδηγισμός, (πρόσκοπος) προσκοπισμός. 3. τάσεις στη χρήση της γλώσσας: (αττική διάλεκτος) αττικισμός, (γαλλική γλώσσα) γαλλισμός, (καθαρεύουσα, καθαρευουσιάνος) καθαρευουσιανισμός, (ξένη γλώσσα) ξενισμός· σολοικισμός, τσιτακισμός. 4. παθήσεις σωματικές ή ψυχικές: (αλκοόλ) αλκοολισμός, (νάνος) νανισμός· μαζοχισμός, σαδισμός. 5. φαινόμενα της φυσικής ή φυσικές ή επιστημονικές διαδικασίες: (μαγνήτης) μαγνητισμός· ηλεκτρισμός, ηλιοτροπισμός.

[λόγ. < ελνστ. μετον. επίθημα -ισμός (αρχ. μεταρ. επίθημα αφηρ. ουσιαστικών -μός, στο συνοπτ. θ. σε -ισ- ρημάτων σε -ίζω, ιδ. μετονοματικών, για δήλωση ρηματ. πράξης και ιδ. του αποτελέσματος: αρχ. λακωνισ-μός (< λακων-ίζω < Λάκωνες) `ευνοϊκή στάση προς τη σπαρτιατική πολιτική΄, μηδισ-μός (< μηδ-ίζω < Mῆδοι), ελνστ. ἀττικισ-μός `μίμηση της αττικής γλώσσας΄): ελνστ. σιναπ-ισμός (< σίναπ-υ), ιδ. στη σημ. `παραδοχή θρησκείας ή αίρεσης΄: ελνστ. Xριστιαν-ισμός (< Xριστιαν-οί), \\Aρειαν-ισμός (< Ἀρειαν-οί) & γαλλ. -isme, αγγλ. -ism, νλατ. ismus, δηλωτικό φυσικών ιδιοτήτων, παθήσεων, λογοτεχνικών, πολιτικών, κοινωνικών θεωριών < λατ. -ismus < ελνστ. -ισμός: μαγνητ-ισμός < νλατ. magnetismus, αλκοολ-ισμός < γαλλ. alcoolisme, ρεαλ-ισμός < γαλλ. réalisme, σοσιαλ-ισμός < γαλλ. socialisme, μογγολ-ισμός < γαλλ. mongolisme, ηδον-ισμός < αγγλ. hedonism & σε μτφρδ.: κοινοβουλευτ-ισμός < αγγλ. parliamentarianism, υπαρ ξ-ισμός < γαλλ. existentialisme (για τη λ. ελληνισμός δες λ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go