Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-ις"
22 items total [1 - 10]
-ίς [ís] : κατάληξη σύνθετων επιρρημάτων που προέρχονται από φράσεις· (πρβ. -ής): κοντολογίς, μεσοστρατίς, ολημερίς.

[μσν. -ίς < -ής: μσν. μισοστρατίς (δες στο μεσοστρατίς)]

-ις 1 [is] : επίθημα για το σχηματισμό λόγιων θηλυκών ουσιαστικών από αντίστοιχα αρσενικά· (πρβ. -ιδα 1): (ηγέτης) ηγέτις, (καλλιτέχνης) καλλιτέχνις, (προστάτης) προστάτις.

[λόγ. < αρχ. επίθημα -ις (δες στο -ίδα 1): αρχ. προστάτ-ις]

-ις 2 : κατάληξη λόγιων, μονογενών και μονοκατάληκτων επιθέτων: εύελπις, άπελπις, ρίψασπις, άπατρις, φέρελπις.

[λόγ. < αρχ. κατάλ. επιθ. -ις, γεν. -ιδος με βάση σύνθετα θηλ. σε -ις, γεν. -ίδος: αρχ. ῥίψασπ-ις < ῥιψ- (ῥίπτω δες στο ρίχνω) + ἀσπίς, γεν. ἀσπίδος, μσν. άπατρ -ις]

-ίσιος -ίσια -ίσιο [ísxos] : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο: α. προέρχεται από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή ανήκει σε αυτό: (αετός) αετίσιος, (γαϊδούρι) γαϊδουρίσιος, (αγελάδα) αγελαδίσιος, (κατσίκα) κατσικίσιος, (τράγος) τραγίσιος, (χελώνα) χελωνίσιος· (πρβ. -ινος, -ινός 3(βουνό) βουνίσιος, (κάμπος) καμπίσιος, (πέλαγος) πελαγίσιος. β. (μτφ.) ταιριάζει σ΄ αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη (πρβ. -ίστικος): (παλικάρι) παλικαρίσιος.

[ελνστ. μετουσ. επίθημα κτητ. επιθ. -ήσιος < υστλατ. -esis (< λατ. -ēnsis) (το μακρό [ē] τράπηκε στα ελλην. σε [i] δες H): circensis `που ανήκει στους αγώνες του ιππόδρομου΄ > κιρκ-ήσιος, miliarense > μιλιαρ-ίσιον: ελνστ. τελματ-ήσιος `που ανήκει σε τέλμα΄, μσνλατ. marcensis > μσν. μαρκήσιος ίσως και με επίδρ. αρχ. μετουσ. επιθέτων σε -ήσ-ιος, -ίσ-ιος (ύστερα από τη σύμπτ. της προφ. κατά την ελνστ. εποχή του <η> με το <ι>), που δήλωναν γενικά πως κτ. ανήκει σε κπ. ή σε έναν τόπο: αρχ. Πελοπονν-ήσ-ιος, Ἀφροδ-ίσ-ιος (`της Aφροδίτης΄, καθώς και γιορτή προς τιμήν της), ἐτ-ήσ-ιος]

-ίσκος [ískos] : υποκοριστικό επίθημα με λόγια προέλευση για το σχηματισμό αρσενικών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά: (δρόμος) δρομίσκος, (ναός) ναΐσκος, (οίκος) οικίσκος, (όρμος) ορμίσκος. || με περιορισμό ή απώλεια της υποκοριστικής σημασίας: (αστέρας) αστερίσκος, (θάλαμος) θαλαμίσκος, (πύργος) πυργίσκος. || με μειωτική ή ειρωνική σημασία όταν η πρωτότυπη λέξη δηλώνει επάγγελμα ή ιδιότητα· (πρβ. -άκος): (δικηγόρος) δικηγορίσκος, (υπάλληλος) υπαλληλίσκος.

[λόγ. < αρχ. μετουσ. επίθημα αρσ. ουσ., που δήλωνε ομοιότητα, υποκορ., ή είχε μειωτ. σημ.: αρχ. ὀβελ-ίσκος, (< ὀβελ-ός) `μικρός οβελός, μικρή σούβλα, χτίσμα που μοιάζει με οβελό΄, νεαν-ίσκος (< νεαν-ίας) `νεαρός΄, αρχ. ἀνθρωπ-ίσκος (< ἄνθρωπ-ος) `ανθρωπάκος, ανθρωπάκι, τιποτένιος΄]

-ισμα [izma] : επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών· δηλώνει την πράξη ή το αποτέλεσμα που εκφράζει το ρήμα από το οποίο παράγεται· (πρβ. -μα 2). 1. συνήθ. από ρήματα σε -άρω, -έρνω: (παρκάρω) παρκάρισμα, (πασάρω) πασάρισμα, (πικάρω) πικάρισμα, (φλερτάρω) φλερτάρισμα, (φρενάρω) φρενάρισμα. || μερικές φορές δεν είναι σαφές αν πρόκειται για παράγωγα σε -μα ή σε -ισμα: (πλασάρω - πλάσαρα και πλασάρισα) πλασάρισμα, (φουντάρω - φούνταρα και φουντάρισα) φουντάρισμα. 2. σπάνια από άλλα ρήματα: (κατρακυλώ) κατρακύλισμα, (πισωδρομώ) πισωδρόμισμα, (ξεψυχώ) ξεψύχισμα.

[επίθημα -μα στο συνοπτ. θ. ρημάτων σε -ισ- / -ησ- που προήλθαν από το μεταπλ. > -ίζω (δες στο -ίζω): αρχ. ζωγράφη-μα - νεοελλ. ζωγράφισ-μα και επέκτ. σε ρ. χωρίς θ. σε -ίζω: ξεψύχ-ισμα (< ξεψυχ-ώ) και ιδίως σε δάνεια σε -άρω: φρεναρισ- (φρενάρω) -μα και επέκτ. σε ρήματα σε -άρω χωρίς συνοπτ. θ. -ισ-: φλερτάρ-ω > φλερτάρ-ισμα]

-ισμός [izmós] : επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά ή ουσιαστικοποιημένα επίθετα ή για την απόδοση στα νέα ελληνικά ξένων λέξεων· δηλώνει: 1. θεωρία, διδασκαλία, άποψη φιλοσοφική, θρησκευτική, πολιτική, οικονομική, επιστημονική, καλλιτεχνική κτλ.: (άνθρωπος) ανθρωπισμός, (βούδας) βουδισμός, (δομή) δομισμός, (καθολικός) καθολικισμός, (κλασικός) κλασικισμός, (Λένιν) λενινισμός, (Mαρξ) μαρξισμός· πλουραλισμός, ρεβιζιονισμός, ρομαντισμός, σοσιαλισμός, φασισμός. 2α. στάση ζωής, τάση προς ορισμένο τρόπο συμπεριφοράς: (εγώ) εγωισμός, (ήρωας) ηρωισμός, (νάρκισσος) ναρκισσισμός· αλτρουισμός, σνομπισμός, φανατισμός. β. ορισμένο είδος ενασχόλησης, σύνολο δραστηριοτήτων που αναφέρονται σε μία κοινή αντίληψη, σε έναν κοινό στόχο: (αθλητής) αθλητισμός, (οδηγός) οδηγισμός, (πρόσκοπος) προσκοπισμός. 3. τάσεις στη χρήση της γλώσσας: (αττική διάλεκτος) αττικισμός, (γαλλική γλώσσα) γαλλισμός, (καθαρεύουσα, καθαρευουσιάνος) καθαρευουσιανισμός, (ξένη γλώσσα) ξενισμός· σολοικισμός, τσιτακισμός. 4. παθήσεις σωματικές ή ψυχικές: (αλκοόλ) αλκοολισμός, (νάνος) νανισμός· μαζοχισμός, σαδισμός. 5. φαινόμενα της φυσικής ή φυσικές ή επιστημονικές διαδικασίες: (μαγνήτης) μαγνητισμός· ηλεκτρισμός, ηλιοτροπισμός.

[λόγ. < ελνστ. μετον. επίθημα -ισμός (αρχ. μεταρ. επίθημα αφηρ. ουσιαστικών -μός, στο συνοπτ. θ. σε -ισ- ρημάτων σε -ίζω, ιδ. μετονοματικών, για δήλωση ρηματ. πράξης και ιδ. του αποτελέσματος: αρχ. λακωνισ-μός (< λακων-ίζω < Λάκωνες) `ευνοϊκή στάση προς τη σπαρτιατική πολιτική΄, μηδισ-μός (< μηδ-ίζω < Mῆδοι), ελνστ. ἀττικισ-μός `μίμηση της αττικής γλώσσας΄): ελνστ. σιναπ-ισμός (< σίναπ-υ), ιδ. στη σημ. `παραδοχή θρησκείας ή αίρεσης΄: ελνστ. Xριστιαν-ισμός (< Xριστιαν-οί), \\Aρειαν-ισμός (< Ἀρειαν-οί) & γαλλ. -isme, αγγλ. -ism, νλατ. ismus, δηλωτικό φυσικών ιδιοτήτων, παθήσεων, λογοτεχνικών, πολιτικών, κοινωνικών θεωριών < λατ. -ismus < ελνστ. -ισμός: μαγνητ-ισμός < νλατ. magnetismus, αλκοολ-ισμός < γαλλ. alcoolisme, ρεαλ-ισμός < γαλλ. réalisme, σοσιαλ-ισμός < γαλλ. socialisme, μογγολ-ισμός < γαλλ. mongolisme, ηδον-ισμός < αγγλ. hedonism & σε μτφρδ.: κοινοβουλευτ-ισμός < αγγλ. parliamentarianism, υπαρ ξ-ισμός < γαλλ. existentialisme (για τη λ. ελληνισμός δες λ.)]

-ισσα [isa] : επίθημα για το σχηματισμό του θηλυκού από αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνει επάγγελμα ή ιδιότητα. I1. από αρσενικά σε -ης, δηλώνει κυρίως τη γυναίκα κάποιου που χαρακτηρίζεται από το επάγγελμα που ασκεί ή τη γυναίκα που η ίδια ασκεί αυτό το επάγγελμα: (βαρκάρης) βαρκάρισσα, (περιβολάρης) περιβολάρισσα, (καρβουνιάρης) καρβουνιάρισσα, (λαντζέρης) λαντζέρισσα, (γκρουπιέρης) γκρουπιέρισσα, (πορτιέρης) πορτιέρισσα, (καραβοκύρης) καραβοκύρισσα. 2. από αρσενικά σε -της: α. δηλώνει τη γυναίκα που συνήθ. χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα με την οποία χαρακτηρίζει τον άντρα το οικείο αρσενικό ουσιαστικό· βρίσκεται κοντά στη λειτουργία του επιθέτου· (πρβ. -τρια, -τρα): (αγρότης) αγρότισσα, (αριστοκράτης) αριστοκράτισσα, (αγωγιάτης) αγωγιάτισσα, (διπλωμάτης) διπλωμάτισσα, (πελάτης) πελάτισσα, (διαβάτης) διαβάτισσα, (ομοϊδεάτης) ομοϊδεάτισσα, (χωριάτης) χωριάτισσα. β. σχηματίζει το θηλυκό εθνικών ή πατριδωνυμικών ουσιαστικών: (Mεσολογγίτης) Mεσολογγίτισσα, (Mοραΐτης) Mοραΐτισσα, (Mανιάτης) Mανιάτισσα, (Hπειρώτης) Hπειρώτισσα, (Ρουμελιώτης) Ρουμελιώτισσα. 3. από αρσενικά σε -ος: (γύφτος) γύφτισσα, (διάκονος) διακόνισσα, (δολοφόνος) δολοφόνισσα, (σύντροφος) συντρόφισσα. 4. από αρσενικά σε -ας: (άρχοντας) αρχόντισσα, (βασιλιάς) βασίλισσα, (γείτονας) γειτόνισ σα, (γέροντας) γερόντισσα, (φονιάς) φόνισσα. || (πρίγκιπας) πριγκίπισ σα. II. συχνά προτείνεται για να αντικαταστήσει το θηλυκό λόγιο τύπο ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα· τα παράγωγά της δεν καλύπτουν προς το παρόν το επίσημο επίπεδο του λόγου: (γυμνασιάρχης) γυμνασιάρχισσα, (επιστήμων) επιστημόνισσα.

[ελνστ. μετουσ. επίθημα -ισσα, παραγωγικό θηλ. εθνικών και σπανιότ. επαγγελμ. ουσ. από αντίστοιχα αρσ.: ελνστ. Γαλάτ-ισσα (< Γαλάτ-ης), μαγείρ-ισσα (< μάγειρ-ος), με βάση τα αρχ. Φοίνισσα `γυναίκα από τη Φοινίκη΄, βασίλισσα· στα μσν. ελλην. ιδ. για δήλωση κοινωνικής θέσης: μσν. στρατήγ-ισσα `γυναίκα του στρατηγού΄, αρχόντ-ισσα]

-ίστας [ístas] θηλ. -ίστρια [ístria] & -ίστα [ísta] : 1. επίθημα για το σχηματισμό ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που: α. παίζει επαγγελματικά (ή ερασιτεχνικά) το μουσικό όργανο που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (ακορντεόν) ακορντεονίστας, (άρπα) αρπίστας και αρπίστρια, (βιολοντσέλο) βιολοντσελίστας, (κλαρίνο) κλαρινίστας, (κιθάρα) κιθαρίστας, (κορνέτα) κορνετίστας, (όμποε) ομποΐστας, (πιάνο) πιανίστας και πιανίστρια, (σαξόφωνο) σαξοφωνίστας, (φλάουτο) φλαουτίστας. || (προφ.) βιολίστας αντί βιολιστής. || καντσονετίστας. β. επιδίδεται στο άθλημα που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (τένις) τενίστας, (μπάσκετ μπολ) μπασκετμπολίστας και μπασκετμπολίστρια. || ανάλογα (άλμα τριπλούν) τριπλουνίστας· ακοντίστας αντί του ακοντιστής. γ. επιδίδεται στο είδος της τέχνης που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (ακουαρέλα) ακουαρελίστας, (μακέτα) μακετίστας· γραφίστας. || (μανικιούρ) μανικιουρίστας. 2. σε ουσιαστικά που δηλώνουν το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (χιούμορ) χιουμορίστας, (στιλ) στιλίστας· αριβίστας, τουρίστας, φασίστας. || καπιταλίστας - καπιταλιστής· αρτίστας θηλ. αρτίστα.

[ιταλ. μετουσ. επίθημα -ista επαγγελμ. ουσ. (αρσ. και θηλ.) και γενικότερα ουσ. που δηλώνουν τον οπαδό θρησκείας, θεωρίας, πολιτικού ηγέτη ή αυτόν που ασκεί μια τέχνη ή ένα άθλημα < λατ. -ista, -istes < αρχ. μεταρ. επίθημα -ισ-τής (κιθάρ-α `μικρή άρπα΄ > κιθαρ-ίζ-ω > κιθαρ-ισ-τής): πιαν-ίστας (πιάν-ο) < ιταλ. pianista (< piano), κιθαρ-ίστας (κιθάρ-α) < ιταλ. chitarrista (< chitarra < αρχ. κιθάρα μέσω των αραβ.), στιλ-ίστας (στιλ) < ιταλ. stilista (< stile), και επέκτ. σε λ. όχι ιταλ. προέλ.: μπασκετμπολ-ίστας (< μπάσκετ μπολ) (δες και -ιστής)· λόγ. -ίσ(τας) -τρια· -ίστας > -ίστα με αποβ. του για δήλωση θηλ. γένους]

-ιστής 1 [istís] θηλ. -ίστρια [ístria] : επίθημα για το σχηματισμό ουσιαστικών· δηλώνει τον οπαδό ή το θιασώτη μιας θεωρίας ή του δημιουργού της ή το μελετητή ενός έργου, μιας γλώσσας, φιλολογίας κτλ. τα οποία δίνει το ουσιαστικό της πρωτότυπης λέξης: ανθρωπιστής, βουδιστής, διεθνιστής, δημοτικιστής, εβραϊστής, εθνικιστής, ειρηνιστής, ελληνιστής, θετικιστής, ιδεαλιστής, ομηριστής, παλαμιστής, σολωμιστής.

[λόγ. < ελνστ. μετουσ. επίθημα -ιστής σε ουσ. που δηλώνουν μέλη θρησκευτικών ενώσεων ή οπαδούς ατόμων ή θεωριών (< αρχ. μεταρ. επίθημα -τής σε ρ. σε -ίζω, δηλωτικό ενέργειας, απασχόλησης, επαγγέλματος: αρχ. κομισ-τής < κομ-ίζω, ελνστ. βαπτισ-τής < βαπτ-ίζω, πρβ. και μετουσ. αρχ. -ιστής: αρχ. κολλυβ-ιστής `αργυραμοιβός΄ < κόλλυβ-ον `μικρό νόμισμα΄): ελνστ. Παναθηνα-ϊσταί `που γιορτάζουν τα Παναθήναια΄, Bακχ-ισταί `λατρευτές του Bάκχου΄, μσν. συναξαρ-ιστής `συγγραφέας συναξαρ-ίων΄ & γαλλ., αγγλ., γερμ. μετον. και σπάν. μεταρ. επίθημα -ist(e), -ista < λατ. -ista, -istes < αρχ. -ισ-τής: ηδον-ιστής < αγγλ. hedonist ή γαλλ. hédoniste, δαρβιν-ιστής < αγγλ. Darwinist και σε μτφρδ.: ειρην-ιστής < γαλλ. pacifiste και ιδίως σε αντιστοιχία με αφηρ. ουσ. σε -ισμός: διεθν-ιστής < διεθν-ισμός, υλ-ιστής < υλ-ι σμός (δες και -ίστας)· λόγ. -ισ(τής) -τρια]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go