Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-ητα"
1 item total
-ητα [ita] : (λαϊκότρ.) επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών, παράγωγων από αφηρημένα ουσιαστικά που αποτελούν τον κοινό, τρέχοντα τύπο της λέξης: (έχθρα) έχθρητα, (μανία) μάνητα.

[μσν. επίθημα -ητα < αρχ. κατάλ. αιτ. -ητα ουσ. (αρχικά αφηρ.) σε -ότης (π.χ. νε-ότης, αιτ. νεότ-ητα) και μεταπλ. σε νέα ονομ.: μσν. έχθρ-ητα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go