Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-γραφία"
1 item total
-γραφία [γrafía] : β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά ουσιαστικά παράγωγα συνήθ. από ουσιαστικά σε -γράφος· δηλώνει: 1. το σύνολο των εργασιών που αφορούν την άσκηση του έργου που συνεπάγεται το ανάλογο ουσιαστικό σε -γράφος 1 και με επέκταση την οικεία επιστήμη ή το οικείο λογοτεχνικό ή φιλολογικό είδος: αρθρο~· δημοσιο~· ιστοριο~, λεξικο~, πεζο~. 2. τη διαδικασία, τεχνική γραφής που συνεπάγεται το α' συνθετικό: τυπο~. 3. τη συγκεκριμένη καλλιτεχνική δημιουργία (της οποίας το υλικό ή το αντικείμενο δίνει το α' συνθετικό): αγιο~, λιθο~, ξυλο~, προσωπο~, τοιχο~. 4. κατάλογο, σύνολο άρθρων, μελετών κτλ. τα οποία εκφράζονται από το α' συνθετικό και αφορούν ένα συγκεκριμένο θέμα: βιβλιο~, κριτικο~, σύνολο βιβλίων, κριτικών. 5. (ιατρ.) ιατρική εξέταση του μέρους του ανθρώπινου σώματος που εκφράζει το α' συνθετικό, με τη βοήθεια ανάλογου ιατρικού οργάνου σε -γράφος 2 καθώς και τη γραπτή απεικόνισή της· -γράφημα2: αγγειο~, αδενο~, αρτηριο~, μυο~.

[λόγ. < αρχ. -γραφία < γράφ(ω) -ία ως β' συνθ.: αρχ. δικο-γραφία `σύνθεση δικανικών λόγων΄, ελνστ. ἱστοριο-γραφία, βιβλιο-γραφία & διεθ. -graphie < αρχ. -γραφία: τυπο-γραφία < νλατ. typographia, φωτο-γραφία, αρτηριο-γραφία < γαλλ. photographie, artériographie]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go