Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-ί"
105 items total [1 - 10]
-ης -α -ικο [is] : κατάληξη τριγενών και τρικατάληκτων επιθέτων: γκρινιάρης, ζηλιάρης, τεμπέλης· ανοιχτομάτης, ανοιχτοχέρης, σγουρομάλλης, στραβοπόδης.

[μσν. -ης αναλ. προς τα ουσ. -ης 2: μσν. ζηλιάρης]

-ής -ιά -ί [ís] & (άκλ.) 4 [í] : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά. α. δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει το χαρακτηριστικό χρώμα της πρωτότυπης λέξης: (βύσσινο) βυσσινής, (βιολέτα) βιολετής, (κανέλα) κανελής, (λεμόνι) λεμονής, (μενεξές) μενεξεδής. β. συνήθ. σχηματίζεται και άκλιτος τύπος σε -ί: Mια βυσσινί μπλούζα.

[-ής: τουρκ. επίθημα -i (-ι, -u, -ü) που παράγει επίθ. από ουσ., ανάμεσα σ΄ αυτά και επίθ. δηλωτικά χρώματος: fιstιk > fιstιkî > ελλην. φιστικί (< φιστίκι), limon > limonî > ελλην. λεμονί ( [i > e] κατά το λεμόνι), και δημιουργία νέου κλιτ. παραδείγματος με βάση το ουδ.· -ί: κατά τα ατελώς προσαρμοσμένα δάνεια]

1 [í] & [i] : κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών: παιδί, φαΐ· ποτήρι, μέλι, νυχτοπούλι, πρωτοβρόχι, λημέρι, παζάρι, βαπόρι.

[αρχ. μετουσ., συχνά υποκορ. επίθημα -ίον, -ιον από ουσιαστικοπ. -ιος -ια -ιον: αρχ. παιδ-ίον `μικρό παιδί, παιδάκι΄ (< παῖς, θ. παιδ-), πόδ-ιον `μικρό πόδι΄ (< πούς, θ. ποδ-), ελνστ. δεμάτ-ιον (< δέμα `δέσιμο΄, θ. δεματ-), *ιεράκιον (< αρχ. ἱέραξ, θ. ἱερακ-) > μσν. γεράκιν > γεράκι (δες λ.)· στα ελνστ. και μσν. ελλην. αποφυγή της χασμ. με εξασθένιση του άτ. [o] σε κεντρικό φων. πριν από το ριν. σύμφ. και επακόλουθη αποβολή του, και τέλος αποβ. του τελικού -ν: -ιον > [-i-n] > -ιν > -ι· παράλληλα συντελείται απώλεια της υποκορ. σημ.: μσν. παιδίν, πόδι(ν), δεμάτιν, γεράκιν, δεν είναι πια υποκορ. (δες και -ιο 1)· το ίδιο επίθημα χρησίμευσε για προσαρμογή λατ. δανείων σε -ium: hospitium > ελνστ. ὁσπίτιον > μσν. οσπίτιν > σπίτι· & μσν. -είν ουσιαστικοπ. απαρέμφ.: μσν. φιλ-είν > φιλ-ί (αποβ. του τελικού [n] ) & μεταρ. -ι: (ο)λημερίζω > λημέρι αναλ. προς το σχ.: αλατίζω - αλάτι]

2 : επίθημα για το σχηματισμό του ουδέτερου γένους επιθέτων σε -ής -ιά -ί: (λεμονής) λεμονί, (σταχτής) σταχτί.

[τουρκ. επίθημα -i (δες -ής -ιά -ί)]

3 : επίθημα για το σχηματισμό λόγιων επιρρημάτων· (πρβ. -εί): ακροποδητί, ακροβολιστί, αμαχητί, αμισθί, ανεπιστρεπτί, απνευστί, ασυζητητί, ατιμωρητί.

[λόγ. < αρχ. επίθημα επιρρ. -ί: αρχ. ἀμαχητ-ί]

-ια 1 [ia] (η προφορά εξαρτάται από το σύμφωνο που προηγείται) : επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα: (βλαστημώ) βλαστήμια, (καταντώ) κατάντια, (παρηγορώ) παρηγόρια, (στενοχωρώ) στενοχώρια.

[αρχ. -εια (δες -εια) σε λίγες μόνο λ., με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.: αρχ. βοήθ-εια < βοηθ-ός & δημιουργία κατά το μεσαίωνα μετον. και μεταρ. αφηρ. ουσ. με υποχωρ. τονισμό: αρχ. ἄρρωστ-ος > μσν. αρρώστ-ια (αντί του αρχ. ἀρρω στ-ία), παρηγορ-ώ > παρηγόρ-ια (και παρηγορ-ιά < αρχ. παρηγορ-ία), καταφρον-ώ > καταφρόν-ια, με τελική προφ. [ia] (αποφυγή της χασμ.) (δες και -ία 2, -ιά 2)]

-ία 1 [ía] : επίθημα με λόγια προέλευση για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών· (βλ. -σία): 1. παράγωγων από ρήματα συχνά σύνθετα· δηλώνει την ενέργεια ή το αποτέλεσμα της ενέργειας που εκφράζει το ρήμα της πρωτότυπης λέξης· (πρβ. -ιά 3, -ιά 5): (επιθυμώ) επιθυμία, (μακρηγορώ) μακρηγορία, (συνομιλώ) συνομιλία, (χειροδικώ) χειροδικία. || παράγωγων από ουσιαστικά: (πρόεδρος) προεδρία, (τοκογλύφος) τοκογλυφία. || (ποτοποιός) ποτοποιία. 2. παράγωγων από επίθετα συνήθ. σύνθετα· δηλώνει κατάσταση, γνώρισμα ή συμπεριφορά σχετική με την ιδιότητα που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ιά 4): (άγλωσσος) αγλωσσία, (πατριδοκάπηλος) πατριδοκαπηλία, (ψύχραιμος) ψυχραιμία. 3. (επιστ.) σε επιστημονικούς όρους ή για να δηλώσει πάθηση ή γενικά κατάσταση που αποκλίνει από το φυσιολογικό: ακρομεγαλία, ασπερμία, ισχαιμία, σπληνομεγαλία, υδροκεφαλία.

[λόγ. < αρχ., συχνό επίθημα -ία, δηλωτικό ποιότητας ή κατάστασης, σπανιότ. πράξης που παρήγε αφηρ. θηλ. ουσ. από άλλα ουσ., από επίθ., ή και σε συσχετισμό με ρ.: αρχ. ἄγγελ(ος) > ἀγγελ-ία, ἄξ(ιος) > ἀξ-ία, σωτήρ - σῴζω > σωτηρ-ία· φρ. δήμου κράτος - δημοκρατ-ία· επίσης δηλωτικό χώρας (δες -ία 2), καθώς και πάθησης: πλεύμων / πνεύμων > πλευμον-ία / πνευμον-ία, ναύτ(ης) > ναυτ-ία, (δες και -ιά 2), καθώς και σε ουσ.: αρχ. ἑταῖρ(ος) `σύντροφος΄ > ἑταιρ-ία `συντροφική κατάσταση, σύλλογος΄ (δες και -εια) & διεθ. -ia, αγγλ. -y, γαλλ. -ie < λατ. -ia < αρχ. -ία, συνήθ. για δήλωση παθολογικής κατάστασης, αλλά και γενικότερα για (αφηρ.) επιστημονικούς όρους, και με μετακ. τόνου για να μοιάζει με το αρχ. -ία: ακεφαλ-ία < νλατ. acephalia, αναφυλαξ-ία < γαλλ. anaphylaxie, λαρυγγοσκοπ-ία < διεθ. laryngo- + -scopy· αναλ. και για απόδ. άλλων αφηρ. ή περιλ. ουσ. που το επίθημά τους έχει διαφ. προέλ. ή έχουν τυχαία τέτοια “κατάλ.”: γαλλ. bourgeoisie > μπουρζουαζία, ιταλ. > αγγλ. mafia ( [má-] ) > μαφία (αλλ. στη θέση του τόνου για προσαρμογή στο ίδιο σχ.) (δες και -ιά 2)]

-ιά 1 [] (η προφορά εξαρτάται από το σύμφωνο που προηγείται) : επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει φυτό ή δέντρο σε αντίθεση προς το λουλούδι, τον καρπό ή προς ένα μέρος τους: (αμύγδαλο) αμυγδαλιά, (βύσσινο) βυσσινιά, (κεράσι) κερασιά, (σύκο) συκιά, (τριαντάφυλλο) τριανταφυλλιά.

[ελνστ. μετουσ. επίθημα -έα > -ία δηλωτικό ονόματος φυτού: ελνστ. ἀμυγδαλ-έα (< αρχ. ἀμύγδαλ-ον), κερασ-έα (< ελνστ. κεράσ-ιον) με βάση τα αρχ. μηλέα (< μῆλον), ἰτέα, ίσως και με επίδρ. της ιωνικής διαλέκτου, για δημιουργία αντίθεσης ανάμεσα σε ολόκληρο το φυτό και σε μέρος του, όπως τον καρπό, το βλαστό, το άνθος > μσν. -ιά (με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.): ελνστ. κερασ-έα > κερασ-ία > μσν. κερασ-ιά· στα νεοελλ. το επίθημα προστίθεται γενικά σε θέμα λ. που δηλώνει καρπό κτλ. για να παραχθεί το όν. του φυτού, αλλά υπάρχει αναλ. και σε μερικά ον. φυτών χωρίς τέτοια μορφολ. παραγωγή: ιτιά, οξιά, πασχαλιά]

-ια 2 0 [ia] & [(ia)] (η προφορά εξαρτάται από το σύμφωνο που προηγείται) : (βοτ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει φυτό ή δέντρο: αροκάρια, γαρδένια, καμέλια, ντάλια.

[λόγ. < νλατ. -ia δηλωτικό φυτών, με βάση κύρια ονόματα (συνήθ. βοτανολόγων): καμέλ-ια < camellia (< Camell(i) -ia), γαρδέν-ια < gardenia (< Garden -ia)· οι λ. αυτές δεν έχουν ολοκληρωμένη μορφολογική ανάλυση στα ελλην.]

-ία 2 : επίθημα κύριων ουσιαστικών· δηλώνει τη χώρα ή τον τόπο που παίρνουν την ονομασία τους από το εθνικό ή πατριδωνυμικό ουσιαστικό από το οποίο παράγονται· (πρβ. -ιά 2): (Γάλλος) Γαλλία, (Άγγλος) Aγγλία, (Γερμανός) Γερμανία, (Bούλγαρος) Bουλγαρία, (Ελβετός) Ελβετία, (Mακεδόνας) Mακεδονία, (Θεσσαλός) Θεσσαλία, (Πέρσης) Περσία.

[λόγ. < αρχ. -ία (δες στο -ία1) δηλωτικό χώρας: αρχ. Λυδ(ός), Λύδ(ιος) > Λυδ-ία & νλατ. -ia < λατ. -ia < αρχ. -ία (π.χ. Sicilia < αρχ. Σικελ-ία, και αναλ. Graecia `Ελλάδα΄ < Graecus `Έλληνας΄): Γαλλ-ία (Γάλλ-ος) < νλατ. Gallia (στη νέα σημ.) < λατ. Gallia `Γαλατία΄ < Gallus `Γαλάτης΄ (σύγκρ. -ιά 2)]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...11   Next >
Go to page:Go