Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "-άκι"
2 items total [1 - 2]
-άκιki] : υποκοριστικό επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων: 1. κυρίως από ουσιαστικά· (πρβ. -αδάκι, -αλάκι, -ουδάκι, -αράκι): (αρνί) αρνάκι, (δωμάτιο) δωματιάκι, (λουλούδι) λουλουδάκι, (μαρούλι) μαρουλάκι, (μπλούζα) μπλουζάκι, (μπουκάλι) μπουκαλάκι, (ντολμάς - ντολμάδες) ντολμαδάκι, (παράθυρο) παραθυράκι, (τετράδιο) τετραδιάκι, (τσάντα) τσαντάκι. || από ουσιαστικά ξένης προέλευσης που δεν έχουν προσαρμοστεί στο κλιτικό σύστημα της νέας ελληνικής: (ταγέρ) ταγεράκι, (τρανζίστορ) τρανζιστοράκι. || συντελεί σε μια επιεικέστερη ή ευγενικότερη διατύπωση ή παράκληση μειώνοντας την αξία, την ένταση, τη σοβαρότητα, τη δυσκολία κτλ. που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (αστείο) αστειάκι, (βάψιμο - βαψίματα) βαψιματάκι, (έξι - εξάρι) εξαράκι, (κάταγμα - κατάγματα) καταγματάκι, (κλάμα - κλάματα) κλαματάκι, (ξύσιμο - ξυσίματα) ξυσιματάκι, (οχτώ - οχτάρι) οχταράκι, (πείραγμα - πειράγματα) πειραγματάκι, (τηλεφώνημα - τηλεφωνήματα) τηλεφωνηματάκι, (χατίρι) χατιράκι, (ψέμα - ψέματα) ψεματάκι. || συχνά από ουσιαστικοποιημένα επίθετα που δηλώνουν κάποιο κοινό χρώμα: (κίτρινο) κιτρινάκι, (κόκκινο) κοκκινάκι. || (απόγευμα - απογεύματα) απογευματάκι, (βράδυ) βραδάκι, κάποια στιγμή νωρίς το απόγευμα, το βράδυ. 2. από θηλυκά κύρια ονόματα: (Aντιγόνη) Aντιγονάκι, (Δέσποινα) Δεσποινάκι, (Εύα) Ευάκι, (Iσιδώρα) Iσιδωράκι, (Λένα) Λενάκι. 3. για να δηλώσει ανεξαρτήτως φύλου το μικρό του ζώου που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (αρκούδα) αρκουδάκι, (γάτα) γατάκι, (σκύλος) σκυλάκι, (χελώνα) χελωνάκι. 4. από ουσιαστικά που δηλώνουν πρόσωπο: (αγόρι) αγοράκι, (κορίτσι) κοριτσάκι· (ξάδερφος) ξαδερφάκι, για κορίτσι ή αγόρι. 5. από ουσιαστικά που εκφράζουν επάγγελμα ή ιδιότητα, συνήθ. με μειωτική σημασία: (δάσκαλος) δασκαλάκι, (δικηγόρος) δικηγοράκι, (επαρχιώτης) επαρχιωτάκι, (σοφέρ) σοφεράκι, (χωριάτης) χωριατάκι.

[ελνστ. -άκιν < -άκιον (αποφυγή της χασμ.) από αρχ. ουσ. σε -αξ (θ. -ακ-) -ιον: αρχ. λαβράκ-ιον υποκορ. του λάβραξ, ελνστ. ῥυάκ-ιον υποκορ. του αρχ. ῥύαξ, ελνστ. συάκ-ιν υποκορ. του σῦαξ `είδος ψαριού΄, μσν. το Γιανν-άκιν (> ο Γιανν-άκης)]

-άκιαςkas] : επίθημα αρσενικών ουσιαστικών παράγωγων συνήθ.: 1. από επίθετα, με υποκοριστική και συχνά μειωτική σημασία: (έξυπνος) εξυπνάκιας, (τυχερός) τυχεράκιας. 2. από ουσιαστικά, με μειωτική σημασία: (γκόμενα) γκομενάκιας, (γυαλιά) γυαλάκιας, (κόρτε) κορτάκιας, (νεύρα) νευράκιας.

[< -άκια (πληθ. του -άκι) με προσθήκη του χαρακτηριστικού του αρσ. σε πληθ. άκλιτων ουδ. που δεν έχουν αντίστοιχο εν.: νευρ-άκια -ς, γυαλ-άκια -ς (εν. γυαλάκι έχει άλλη σημ.) και επέκτ. σε άλλα ουσ.: κορ τ-άκιας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go