Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "μεσο-"
2 items total [1 - 2]
μεσο- 1 [meso] & μεσό- [mesó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & μεσ- [mes], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· συνήθ.: 1. δηλώνει το μέσο της χρονικής περιόδου που εκφράζει το β' συνθετικό: α. ~νύχτι, ~σαράκοστο· ~βδόμαδα, μεσουρανίς· ~καλόκαιρο, ~χείμωνο, κατακαλόκαιρο, καταχείμωνο, στην καρδιά του καλοκαιριού, του χειμώνα· (πρβ. κατα-). β. εναλλάσσεται με το μισο-11: ~σαράκοστο, ~χείμωνο· ~στρατίς, ~φόρι. 2. με τη σημασία: α. εσωτερικός: ~τοιχία, μεσότοιχος. || ~φόρι, μισοφόρι. β. μεσαίος, ενδιάμεσος: μεσόθυρο, ~πύλη· μεσόπορτα. ANT εξώπορτα. γ. κεντρικός: Mεσευρώπη· μεσευρωπαϊκός. 3. χαρακτηρίζει αυτό που τοπικά ή χρονικά εμπεριέχεται, βρίσκεται μεταξύ των στοιχείων που εκφράζει το β' συνθετικό: α. ~ποτάμιος· ~πρόθεσμος. β. ~βασιλεία, ~πόλεμος. 4. (ανατ.) δηλώνει το μέρος του σώματος που βρίσκεται στη μέση ή μεταξύ των στοιχείων που εκφράζει το β' συνθετικό: ~γάστριο, ~θώρακας· ~βρεγματικός, ~θωρακικός, ~σπονδύλιος, ~φλεβικός. 5. σε λέξεις κυρίως επιστημονικές ή γενικότερα ειδικού λεξιλογίου για να δηλώσει το μεσαίο, το ενδιάμεσο στάδιο μιας διαβάθμισης: α. ~ελλαδικός, ~λιθικός, ~μινωικός, σε αντιδιαστολή προς τις ιστορικές υποδιαιρέσεις με α' συνθετικό: παλαιο-, νεο-, υστερο-. β. μεσόκλιμα, ~μετεωρολογία συχνά σε αντιδιαστολή προς τα μακρο-4, μικρο-1II2. γ. μεσόφω νος, σε αντιδιαστολή προς τα βαθύφωνος, υψίφωνος. δ. (ζωολ.) ~πίθηκος.

[θ. της λ. μέσ(η) -ο- ως α' συνθ.: μεσο-βδόμαδο, μεσο-νύχτι & λόγ. θ. του επιθ. μέσ(ος) -ο- & λόγ. < διεθ. meso- < αρχ. μέσο(ς) ως α' συνθ.: μεσο-λιθικός < διεθ. meso- + lithic & μτφρδ. γαλλ. inter-: μεσο-σπονδύλιος < γαλλ. intervertébral]

μεσο- 2 : (χημ.) α' συνθετικό που συναντούμε στην οργανική και ανόργανη χημεία: ~τρυγικό οξύ.

[λόγ. < διεθ. meso- < αρχ. μέσο(ς) ως α' συνθ.: μεσο-χλωρανθρακαίνιο < meso- + chlor + anthracene]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go