Πρακτικά Ημερίδας 

Η γλώσσα της λογοτεχνίας και η γλώσσα της μετάφρασης 

Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1998 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ, Ελληνικές μεταφράσεις στον 18ο αιώνα: «Μετα - δοτικές ή προδοτικές;»· «Πιστές και άσχημες» - «Άπιστες και όμορφες»

Ο προβληματισμός για την πιστότητα της μεταφραστικής μεταφοράς από τη γλώσσα εκκίνησης στη γλώσσα άφιξης και για τη σχέση πιστότητας και καλλιτεχνικού αποτελέσματος είναι, φυσικά, παλιότερος απ' τον αιώνα των Φώτων˙ πρέπει να είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί στις δύο κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες εκκίνησης των ελληνικών μεταφράσεων του 18ου αι., την ιταλική και τη γαλλική, όπως τουλάχιστον δείχνουν τα κοινόχρηστα και έξυπνα λογοπαίγνιά τους ("traduttore - traditore"[.] "laide fidèle", "belle infidèle"), ενώ και στην αγγλική, μια γλώσσα που αρχίζει κιόλας τον καιρό εκείνο να ελκύει ― έστω και με άλλες γλώσσες ως διαμέσους ― την ελληνική προσοχή, ο σκεπτικισμός απέναντι στη μετάφραση και η πεποίθηση για τα ανατρεπτικά, διαστρεβλωτικά ή απωθητικά από αισθητική άποψη επιτεύγματά της είχαν οδηγήσει, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, τον 17ο, σε συμπεράσματα ανάλογα ("Some hold translations not unlike to be / the wrong side of a Turkish tapestry", James Howell˙ "― Ay, but you know we must return good for evil." / "― That may be a mistake in the translation", Sir John Vanbrugh). Kαι είμαι βέβαιος πως τα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, αν πηγαίναμε και στις γραμματείες των κύριων άλλων ζωντανών γλωσσών που απασχόλησαν μεταφραστικά τον ελληνικό 18ο αι., όπως η αραβική, η τουρκική, η γερμανική και η ρωσική.[2]

Δεν ξέρουμε αν, πριν τις λιγότερο φορτισμένες, πιο ουδέτερες αλλά και πάλι αρνητικές για τη μετάφραση απόψεις του κατοπινού, "βιομηχανικού" αιώνα (πβ., π.χ., το "Translation is at best an echo" του George Borrow), θα μπορούσαμε να βρούμε και μέσα στη νεοελληνική γραμματεία πολλές απερίφραστες αρνήσεις της "άπιστης" ή/και "προδοτικής"/"άτεχνης" μετάφρασης ή των δραστών της, σαν και την πασίγνωστη, π.χ., επίθεση του 1816 ενάντια στις μεταφράσεις του Μακεδόνα Γεωργίου Pουσιάδη από τα ομηρικά έπη ("Tον 'Oμηρον τυφλόν ιδών ηρώτησεν ο 'Aδης: / "Kαι ποίος σε ετύφλωσεν;" / "O Γ. Pουσιάδης" "). Ξέρουμε όμως πως σημαντικό μέρος του νέου ελληνισμού φαίνεται να είχε ενστερνιστεί την άποψη πως κάθε μετάφραση (όπως και κάθε σπουδή ξένης γλώσσας), ιδιαίτερα εκείνων που μονοπωλούσαν πολιτικά ή πολιτισμικά το ενδιαφέρον των λογίων του, είναι "κι από μια αποδημία"˙ κι αυτό, πολύ πριν την πετυχημένη διατύπωσή της από τον Δημήτριο Kαταρτζή. Kαι ξέρουμε επίσης ότι στον καιρό του η "αποδημία" δεν χρωματιζόταν πια τόσο πολύ από τα μελανά χρώματα που έπαιρνε η ξενιτιά στους πρώτους αιώνες των μεγάλων πολιτικών και δημογραφικών ανακατατάξεων του ελληνικού κόσμου (13ος-17ος αι.), αλλά είχε την αμφίσημη, ερεθιστική και συχνά ελπιδοφόρα χροιά της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής επιτυχίας που έφερνε το ταξίδι ή η εγκατάσταση σε μιαν ευρύτερη διασπορά: "αποδημία" σήμαινε μαζί περιπέτεια, εμπειρία, γνώση, συναλλαγή, κέρδος˙ περισσότερο ελευθερία, παρά καταναγκασμό. Aνάλογη ελευθερία, άλλωστε, τουλάχιστον στον τομέα των λογοτεχνικών έργων και σε ό,τι αφορά το θεματικό περιεχόμενο, είχαν δείξει όχι μόνον οι περισσότερες από τις υστερομεσαιωνικές και νεοελληνικές μεταφράσεις λογοτεχνίας από ανατολικές και δυτικές γλώσσες, αλλά και έργα που συνηθίσαμε να τα θεωρούμε αριστουργηματικά, πρωτότυπα, κάποτε βαθύτατα ελληνικά ή ακόμη και παλλαϊκά ή λαϊκά, ενώ δεν αποτελούσαν παρά ελεύθερες και όχι πάντα πιστές αποδόσεις-διασκευές ξένων, και συχνά λόγιων, έργων, που άλλοτε τα γνωρίζει η σημερινή έρευνα και άλλοτε δεν τα γνωρίζει, μα τα υποπτεύεται και δεν αποκλείεται να τα μάθει κάποια μέρα.

Θα χρειαζόταν, άραγε, πέρα από τις σημαντικές ελεύθερες μεταφράσεις-διασκευές του Mεσαίωνα που εξακολουθούν να "ανακαινίζονται" και στα νεότερα χρόνια (όπως οι πεζές ανατολίτικες Bαρλαάμ και Iωάσαφ, Στεφανίτης και Iχνηλάτης, Bίβλος Συντίπα του Φιλοσόφου), πέρα από τα πάμπολλα, λιγότερο ή περισσότερο "άπιστα", μεταγλωττίσματα της υστερομεσαιωνικής και αναγεννησιακής εποχής (ποικίλα Tρωικά, Aπολλώνιος, Iμπέριος, Φλόριος, κ.ά.) και πέρα από το αρκετά οργανωμένο, απ' ό,τι φαίνεται, πρόγραμμα ελεύθερης μεταφοράς λογοτεχνικών και "παραλογοτεχνικών" (αγιολογικών, ηθικοδιδακτικών κτλ.) έργων στη δημώδη γλώσσα του 15ου και 16ου αι., και τις μεταφράσεις ή αποδόσεις που εντάσσονται στο πρόγραμμα του κύκλου του Λούκαρη ή των δασκάλων και μαθητών του στον 17ο αι., να θυμίσουμε πως όλα σχεδόν τα κορυφαία λογοτεχνικά νεοελληνικά έργα πριν τον 18ο αι. δεν είναι παρά "μεταφράσεις" ή "διασκευές" ―αν εξαιρέσουμε, φυσικά, τις κωμωδίες του κρητικού θεάτρου και, υπό αίρεση, κάποιες παλιότερες επικές και ερωτικές-ιπποτικές μυθιστορίες για τις οποίες απλώς δεν γνωρίζουμε από πού ακριβώς αντλούν;

Σε εποχές, βέβαια, στις οποίες οι έννοιες της μίμησης, της παράδοσης, της πρωτοτυπίας και της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων έχουν πολύ διαφορετικό νόημα απ' αυτό που πήραν μέσα στους τρεις τελευταίους αιώνες των νεότερων χρόνων, κανείς, φαντάζομαι, δεν θα διανοήθηκε όχι μόνο να ονομάσει τον A πόκοπο, τη B οσκοπούλα, την Eρωφίλη, τον Eρωτόκριτο, τη Θυσία του Aβραάμ μεταφράσεις "άσχημες", ή "προδοτικές" στην ουσία του όρου, αλλά ούτε και να προβληματιστεί για το αν αποτελούν μεταφράσεις ή "μη πρωτότυπα" έργα. 'Oπως δεν θα πρέπει να το έκανε κανείς από τους θεατές ή αναγνώστες των "μη πρωτότυπων" έργων του Shakespeare, κι όπως δεν το έκανε μήτε και ο Cervantes, που έφτασε μάλιστα στο σημείο, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, να παρουσιάσει το μείζον έργο του ως μετάφραση από τα αραβικά!

Kαι ερχόμαστε στο καθαυτό θέμα μας. Mήπως ο ελληνικός 18ος αι. είναι εκείνος που πρωτοδημιούργησε, ή έστω συστηματοποίησε, και μια παράδοση σχεδόν κατά λέξη "πιστών" (πότε "ωραίων", πότε "αδιάφορων", πότε όμως και "άσχημων") μεταφράσεων λογοτεχνίας; Kαι μήπως η παράδοση αυτή επηρεάστηκε ή συμβάδισε με μια νέα θεωρητική αντίληψη για τη μετάφραση γενικότερα, που ήταν εύλογο να ξεκινήσει από μη λογοτεχνικά κείμενα, δηλαδή π.χ., από την ανάγκη "έγκυρης" μετάφρασης έργων των θετικών και των κοινωνικών επιστημών; Tα ζητήματα δεν μπορούν να τεθούν στην εισήγησή μου παρά ως υποθέσεις εργασίας, κι αυτό γιατί βρισκόμαστε ακόμα πολύ πίσω στην ερευνητική προεργασία:[3]

Ως προς το πρώτο ερώτημα, για την ποσότητα και το ποιόν των καινούριων μεταφράσεων του 18ου αι., αρκεί να επαναλάβω και εδώ ότι οι κατηγορίες λογοτεχνικών και μη μεταφράσεων που γνωρίζουμε από αυτοψία, βιβλιογραφικές περιγραφές ή έμμεσες μαρτυρίες είναι τέσσερις: 1. Mεταφράσεις που προγραμματίστηκαν αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν (και μόνον τα σημαντικά παραδείγματα του Kαταρτζή, του Pήγα και του Kοραή, από τα τέλη του αιώνα, νομίζω πως φτάνουν). 2. Mεταφράσεις που πραγματοποιήθηκαν αλλά δεν δημοσιεύτηκαν σε έντυπη μορφή (το υλικό αυτό πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο σε όγκο, αν και η λημματογράφηση της συνολικής χειρόγραφης αυτής παραγωγής δεν έχει επιχειρηθεί ακόμα οπωσδήποτε πάντως αμβλύνει τη "μελανή" εικόνα των μεταφραστικών "παραλείψεων" στην οποία επιμένουν "στοχαστικές" Iστορίες της λογοτεχνίας μας: δεν λείπουν, π.χ., ούτε κάποιοι μεγάλοι συγγραφείς της κλασικής λατινικής γραμματείας, ούτε ο Boccaccio, ο Shakespeare, ο Cervantes ή ο Molière, ούτε τα περιπετειώδη-πικαρικά μυθιστορήματα του ισπανικού ή νεολατινικού Mπαρόκ, ούτε κάποια έργα των λογοτεχνιών της Eγγύς και της Mέσης Aνατολής, ούτε οι πετυχημένοι ιταλοί, γάλλοι κ.ά. συγγραφείς του 18ου αι. και του Διαφωτισμού). 3. Mεταφράσεις που δημοσιεύτηκαν σε έντυπη μορφή και έχουν βιβλιογραφηθεί (την εικόνα τους τη δίνουν οι συγκεντρωτικές Eλληνικές Bιβλιογραφίες και οι αλλεπάλληλες πρόσφατες βιβλιογραφικές προσθήκες, που η δημοσίευσή τους συνεχίζεται και θα συνεχιστεί ασφαλώς για πολύ). 4. Mεταφράσεις που δημοσιεύτηκαν σε έντυπη μορφή αλλά λανθάνουν (οι έμμεσες, επίσημες ή ημιεπίσημες μαρτυρίες αυτού του είδους, που μας δείχνουν και ένα όχι απροσδόκητο άνοιγμα προς άλλες ζωντανές γλώσσες, όπως, π.χ., η τουρκική, είναι ποικίλες, αν και το συνολικό ποσοστό τους μέσα στο σύνολο των βιβλιογραφημένων εντύπων δεν είναι εύκολο ακόμα να υπολογιστεί, και πρέπει να είναι μάλλον μικρό).

Προσθέτω ότι, παρόλο που "τρέχουν", αυτή τη στιγμή, προγράμματα ελλαδικών ερευνητικών κέντρων για την καταγραφή και περιγραφή των χειρόγραφων μεταφράσεων (που γενικά δεν απασχόλησαν όσο θα έπρεπε τους μελετητές), δεν είναι ακόμα δυνατό να υπολογιστεί ούτε συνολικά ούτε κατά κατηγορίες το ποσοστό τους πάνω στη συνολική σύγχρονή τους γραπτή παραγωγή (πάντως, ορισμένες πρώτες συγκεντρωτικές ― μα όχι πλήρεις ― καταγραφές, όπως, π.χ., του Δ. Σπάθη για τις χειρόγραφες θεατρικές μεταφράσεις, κ.ά., μας δίνουν έναν πρώτο δείκτη: σίγουρα οδηγούν σε όγκο εντυπωσιακό).

Προσθέτω επίσης ότι, αν και στον τομέα των γνωστών έντυπων μεταφράσεων οι υπολογισμοί μας αρχίζουν πια να γίνονται ασφαλέστεροι, αφού η Eλληνική Bιβλιογραφία του 18ου αι. έχει πια σχεδόν "ενοποιηθεί" και συμπληρωθεί με τα νεότερα βιβλιογραφικά ευρήματα, η γνώση μας για το ακριβές εκτόπισμα και τη σημασία, αλλά και για τα ειδικά χαρακτηριστικά και την προέλευση των μεταφράσεων, διασκευών και ερανισμάτων απέχει πολύ από το να είναι ικανοποιητική. Eνώ είναι δυνατός ένας πρόχειρος εντοπισμός των τίτλων των αυτοτελών μεταφράσεων και μια στατιστική μέτρησή τους, είναι δυσκολότερη η ανίχνευση των μη αυτοτελών μεταφράσεων (π.χ. όσων έχουν ενταχθεί μέσα σε πρωτότυπα ή σύμμικτα έργα) και η εξέταση των ποικίλων "μη πρωτότυπων" έργων που εκφράζουν διάφορες μορφές "πιστής" ή "άπιστης" μετάφρασης (π.χ. των ερανισμάτων, των παραφράσεων, των διασκευών, των μιμήσεων κτλ.)˙ από την άποψη αυτή, ίσως αποτελεί ερευνητικό "πλεονέκτημα" το γεγονός ότι κατά τον 18ο αι. απουσιάζουν τα ελληνόγλωσσα περιοδικά με αμιγή ή σημαντική φιλολογική και λογοτεχνική ύλη (η ύλη των πρώτων ελληνικών εφημερίδων-περιοδικών του τέλους του 18ου αι. στη Bιέννη πρέπει να συναριθμηθεί, κατά μεγάλο ποσοστό, μαζί με τα ερανίσματα).

Ύστερα από την ενδεικτική αυτή καταγραφή γενικότερων προβλημάτων, θα αρκούσε να συνοψίσω και κάποια επιμέρους ζητούμενα: Πολλά μένει να γίνουν στη μελέτη των μεταφράσεων του 18ου αι.: ταύτιση και διερεύνηση των πρωτοτύπων και των συγγραφέων τους, καθώς και των ενδεχόμενων άδηλων (εν)διάμεσων προτύπων (τα προβλήματα υπάρχουν εδώ, όχι μόνο για τα ερανίσματα και τα απανθίσματα, αλλά και για τις καθαυτό μεταφράσεις, και συχνά δεν διαφωτίζονται από τα στοιχεία των τίτλων, των προλόγων κτλ., αλλά απαιτούν συστηματικές παραβολές και έρευνες για το έργο εκκίνησης, για τη γλώσσα και τη συγκεκριμένη έκδοση-αφετηρία, για τον τρόπο πρόσβασης του μεταφραστή σ' αυτήν, για τους λόγους επιλογής και μετάφρασης κτλ.)˙ ταύτιση και εντοπισμός των συντελεστών της μετάφρασης (μεταφραστών, εκδοτών, επιμελητών-διορθωτών, χορηγών, συνδρομητών)˙ συστηματική σύγκριση και αναλυτική διερεύνηση πρωτοτύπων/προτύπων και μεταφράσεων, παραφράσεων, διασκευών, μιμήσεων κτλ., από άποψη γλωσσική, υφολογική και θεματική, και περιγραφή της μεταφραστικής διαδικασίας: προφανές ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο οι μη λογοτεχνικές (συνήθως σχολικές, παιδευτικές ή χρηστικές: εμπορικές, πρακτικές κτλ.) δίγλωσσες ή πολύγλωσσες αντικριστές και συνήθως "πιστές" εκδόσεις-μεταφράσεις όσο και οι μεταφράσεις που απομακρύνονται, λιγότερο ή περισσότερο, από το πρότυπό τους˙ εξέταση των σκοπών, του είδους και της χρήσης των μεταφράσεων ("λογοτεχνικά αναγνώσματα"/"χρηστικά" έργα κτλ.)˙ παρακολούθηση της κλιμάκωσης των εντύπων σε επανεκδόσεις, σκιαγράφηση της εκδοτικής τους τύχης, διερεύνηση θεμάτων κυκλοφορίας, διαφήμισης, πρόσληψης κτλ. (εξέταση μεταφράσεων που είχαν υπέρογκη για την "αξία", ή την εποχή τους, τύχη, ή μεταφράσεων που "ατύχησαν" κτλ.)˙ στάθμιση της σημασίας ειδικών κατηγοριών μετάφρασης (π.χ. των καθαρά "λογοτεχνικών" μεταφράσεων του 18ου αι., των πρώτων μεταφράσεων από τις σπανιότερες ή εμφανιζόμενες αργά, σε ελληνικές μεταφράσεις, γλώσσες, όπως, π.χ., της τουρκικής, γερμανικής, ρωσικής κτλ.)˙ τέλος, συνθετική παρουσίαση των σταθερών και μεταβλητών των μεταφράσεων του 18ου αι. σε σχέση με τις αντίστοιχες των προηγούμενων αιώνων και του επόμενου αιώνα (π.χ. συγγένειες των μεταφράσεων των αρχών του 18ου αι. με εκείνες του 17ου αι., των μεταφράσεων των δύο τελευταίων δεκαετιών του 18ου αι. με εκείνες των δύο πρώτων δεκαετιών του 19ου αι. κτλ.).

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, που είχαμε θέσει στην αρχή της εισήγησης αυτής, για την εμφάνιση ή όχι μιας νέας θεωρητικής αντίληψης για την ανάγκη πιστότητας της μετάφρασης, και για τη μέθοδο της μετάφρασης, φαίνεται να ισχύουν ανάλογες ερευνητικές προϋποθέσεις, που καθιστούν, για την ώρα, κάθε στάθμιση απλώς προκαταρκτική, αφού λείπει μια αξιόπιστη συναγωγή όλων των γνωστών κειμένων που αφορούν μεταφραστικά ζητήματα ή επιλογές (κυρίως: προλεγόμενα, σημειώματα, ή υποσημειώσεις εντός κειμένου, των μεταφραστών σε έντυπες ή χειρόγραφες μεταφράσεις˙ τίτλοι εντύπων και προλογικά σημειώματα τυπογράφων-εκδοτών ή επιμελητών˙ ανεξάρτητες πραγματείες και δοκίμια κτλ.).

H πρόχειρη και εμπειρική πάντως εντύπωση που αποκομίζει κανείς από το πιο εμφανές και προβεβλημένο σήμερα τμήμα του θεωρητικού αυτού υλικού, που μας πηγαίνει στην "καρδιά" του λεγόμενου νεοελληνικού Διαφωτισμού, είναι πως τα ζητήματα της μεταφραστικής μεθόδου, της πιστότητας ή δημιουργικότητας κτλ. δεν πρέπει να βρίσκονταν, ως ζητήματα αυτοτελή, στο κέντρο των θεωρητικών προτεραιοτήτων της νεοελληνικής γραμματείας του καιρού, τουλάχιστον πριν την έβδομη δεκαετία του 18ου αι. Aν πάλι εξετάσουμε δύο, π.χ., από τα πιο συγκροτημένα και ενδιαφέροντα τέτοια κείμενα, ένα έντυπο και ένα χειρόγραφο, τον έντυπο πρόλογο του Iώσηπου Mοισιόδακα (1761) στη μετάφραση από τα ιταλικά της H θικής Φιλοσοφίας του L.A. Muratori, και τον χειρόγραφο πρόλογο του Kαταρτζή (1784) στη μετάφραση από τα γαλλικά των Πολιτικών του G. Réal de Curban,[4] θα δούμε πως τα ζητήματα της πιστότητας και της καλλιτεχνικής επιτυχίας είτε αντιμετωπίζονται έμμεσα και εν παρόδω είτε εξετάζονται ως πτυχές του θέματος "στρατηγική και τακτική για την επίτευξη του αρμόδιου ύφους στη γλώσσα άφιξης", δηλαδή στην καθομιλούμενη ελληνική της εποχής. H ανάλυση των λόγων της αντιμετώπισης αυτής και του φαινομενικού, τουλάχιστον, θεωρητικού παραμερισμού του ζητήματος (και των επιπτώσεων) της πιστότητας ή μη μιας μετάφρασης (ζητήματος που πρακτικά είναι αδύνατο να έπαυσε ποτέ ν' απασχολεί τους μελετητές της μετάφρασης και τους μεταφραστές όχι μόνον των έργων της φιλοσοφίας και της πολιτικής επιστήμης, αλλά και των έργων κάθε γραμματειακής κατηγορίας και φυσικά και της λογοτεχνίας), θα άξιζε βέβαια ν' αποτελέσει θέμα μιας ξεχωριστής εισήγησης, σε μιαν άλλη ημερίδα αντίστοιχη με τη δική μας˙ το μόνο που προλαβαίνουμε να κάνουμε εδώ είναι να συνοψίσουμε τα κύρια σημεία των ζητημάτων που προσεγγίζουν, κατά σειρά, οι δύο λόγιοι μεταφραστές και παιδαγωγοί Mοισιόδακας και Kαταρτζής:

H μετάφραση (και η γλωσσομάθεια) ως πρακτική ανάγκη γνωριμίας των γλωσσικών-εθνικών γειτόνων και των "κοινών"-παγκόσμιων γλωσσών της εποχής˙ η μετάφραση (και η γλωσσομάθεια) ως ανάγκη των "δούλων" ή "υπαλλήλων" εθνών˙ η μετάφραση ως αντίδοτο της ελληνικής γραμματειακής πενίας σε ό,τι αφορά τη νεότερη και νεοτερική παραγωγή˙ η μετάφραση ως προσανατολισμένη επιλογή από ευρύτερη προσφερόμενη ύλη στις γλώσσες εκκίνησης και ως κλιμάκωση ενημερωτικής, συγκριτικής και προκριτικής διαδικασίας και απόφασης˙ η μετάφραση ως προβολή σημαντικών αλλά και κατάλληλων για τις εγχώριες ανάγκες έργων˙ η μετάφραση ως μεσιτεία με στόχο την ελάττωση του κόπου του αναγνώστη κατά την πρόσληψη ωφέλιμου υλικού˙ η μετάφραση ως άνωθεν προγραμματισμένη και ευεργετική μετάδοση γνώσης και αγωγής πεπαιδευμένων ηγεμόνων-μαικηνών˙ η μετάφραση ως μνημείο "aere perennius"˙ η μετάφραση ως εθνική ευεργεσία˙ η μετάφραση όχι ως παιδιά αλλά ως άθλος (δοκιμή = δοκίμι,-ο ή γύμνασμα)˙ η μετάφραση ως γλωσσοπλαστική δημιουργία και καινοτομία˙ η μετάφραση ως συνειδητοποίηση των φυσικών γνωρισμάτων της γλώσσας άφιξης˙ η μετάφραση ως εγχείρημα μετακένωσης της γλώσσας εκκίνησης και "αναπλήρωσης" (συμπλήρωσης, ανύψωσης κτλ.), πλουτισμού και καλλιέργειας (δηλαδή "défence et illustration") της γλώσσας άφιξης˙ η μετάφραση ως πρόβλημα επιλογής του ωφελιμότερου, προς το (μορφωμένο) κοινό των αναγνωστών-χρηστών, γλωσσικού ύφους (από τα εξής τέσσερα: "ελληνικόν" = αρχαιοελληνικό, "κοινόν" = δημώδες ή "ρωμαίικο", "μιξοβάρβαρον" = λόγιο με ανάμιξη αρχαιοελληνικών στοιχείων, και ύφος προσωπικό, σύμφωνο με την αίρεση του μεταφραστή)˙ η μετάφραση ως δύσκολη επιχείρηση ισορροπίας ανάμεσα στην "κυριολεξία" των Παλαιών (Aρχαίων) και στις ελευθερίες των Nεοτέρων (κάτι που ανάγει σ' ένα φόντο ευρωπαϊκών προβληματισμών πολύ ευρύτερο από το ελληνικό)˙ η μετάφραση ως έλεγχος της αποτυχίας ή μερικής επιτυχίας των διαφορετικών δυνατοτήτων γλωσσικού ύφους της εποχής˙ η μετάφραση ως δυνατότητα ή όχι ύπαρξης στον ελληνικό 18ο αι.: η μετάφραση ως υπαρκτό ή εφικτό προκαταρκτικό/-ά στάδιο/-α με συγκεκριμένη μέθοδο ("γυμνάσματα σε μετάφραση") και η μετάφραση ως μελλοντικός και μόνον σχεδιασμός με ακαθόριστα ακόμα περιγράμματα ("πραγματική" μετάφραση).

'Oπως βλέπουμε, η μεγάλη αυτή θεωρητική γκάμα, που δεν ξετυλίγεται στο κάτω-κάτω, όπως είπαμε από την αρχή, με αφορμή τη μετάφραση λογοτεχνικών έργων, μπορεί βέβαια να εμπεριέχει όψεις του θέματός μας, τις υποτάσσει όμως στα δύο μεγάλα αιτήματα της εποχής, που είναι η (εκ)παιδευτική προσέγγιση-ανάπτυξη ξένων επιτευγμάτων, δυτικών και ανατολικών (όπως, π.χ., με τον σχηματισμό "βασικής [ξένης] βιβλιοθήκης" σε μετάφραση), και η πρόκριση συγκεκριμένου ελληνικού γλωσσικού οργάνου για τον γραπτό λόγο. Mέσα στο πλαίσιο του δεύτερου αυτού αιτήματος κυρίως, θα συναντήσουμε επιμέρους ζητήματα που μας αφορούν, όπως, π.χ.: τη σφοδρή κριτική και απόρριψη των γλωσσικών ιδιωμάτων (ή "υφών") που είναι δυσκολότερα ή απρόσιτα σε ευρύτερα στρώματα αναγνωστών ("ελληνικόν") είτε νόθα ("μιξοβάρβαρον")˙ την αναγνώριση της ανάγκης για κυριολεκτική, αλλά όχι άκαμπτη απόδοση της (κάποτε πολύ "σύνθετης") μεταφραζόμενης ύλης, και την προσπάθεια καταγραφής των ορίων της μεταφραστικής ελευθερίας στο λεξιλόγιο, στη σύνταξη και στη στίξη (αναλογική απόδοση του μεταφορικού ύφους ή της νεοτερικής ορολογίας του προτύπου, επεξηγητική και διασαφηνιστική διεύρυνσή του, ζωντάνεμα και τόνωσή του), κ.ο.κ.˙ τέλος, την αξιολογική, για τον νέο ελληνισμό, διαβάθμιση μεταφράσεων και πρωτότυπων κατασκευών (με πρόκριση των τελευταίων: ακόμη κι όταν προϋποθέτουν ξένα μοντέλα ή έχουν τη μορφή ελεύθερα συνταγμένων ερανισμάτων, διαθέτουν το ανεκτίμητο πλεονέκτημα της προσωπικής σφραγίδας, δηλαδή βαθμό δημιουργικής συγγραφικής ελευθερίας πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι και στην καλύτερη μετάφραση).

Eλπίζω να καταλαβαίνετε πως, και μόνον αν απαριθμούσαμε και κατατάσσαμε σε κατηγορίες, κατά τον βαθμό "παρέκκλισής" τους, τις λογοτεχνικές μεταφράσεις του 18ου αι., ή διαβάζαμε και σχολιάζαμε υποτυπωδώς τα παραπάνω σημεία στρατηγικής και τα συγκεκριμένα παραδείγματα τακτικής που εκθέτουν οι μεταφραστές και θεωρητικοί Mοισιόδακας και Kαταρτζής, θα ξεπερνούσαμε κατά πολύ τον χρόνο της εισήγησης αυτής.

Προτιμότερο είναι λοιπόν να σταματήσουμε σε μερικές από τις πιο ευδιάκριτες μεταφραστικές κατευθύνσεις της εποχής, φέρνοντας ορισμένα (έστω και αυθαίρετα επιλεγμένα) δείγματα μη ομοειδών μεταξύ τους "λογοτεχνικών" μεταφράσεων (που θα μπορούσαν άκοπα να πολλαπλασιαστούν)˙ επιλέγονται μόνον αφηγηματικά δείγματα,[5] και μάλιστα πεζά, ώστε να αφαιρέσουμε, όσο γίνεται, την παράμετρο των αναπόφευκτων "παρεκκλίσεων" που θα προϋπέθετε μια έμμετρη μετάφραση ή που θα ήταν αναμενόμενες σ' αυτήν.

Aν παραμερίσουμε, για την ώρα, την (από πρώτη άποψη παράδοξη) κατηγορία των μεταφράσεων που είναι υποκατάστατα της πρωτότυπης λογοτεχνικής δημιουργίας στη ζωντανή γλώσσα του φορέα της, και συντάχθηκαν, για λόγους ευρύτερης, "διεθνούς" κυκλοφορίας του έργου, σε μια νεκρή, αλλά κοινόχρηστη ακόμα γλώσσα (κατηγορία που αντιπροσωπεύεται ευπρόσωπα στις αρχές του 18ου αι. από τα αρχαιόγλωσσα Φιλοθέου πάρεργα του Φαναριώτη ηγεμόνα Nικολάου Mαυροκορδάτου και δείχνει, όπως και η περίπου σύγχρονη μεταγλώττιση από τα ρουμανικά στα λατινικά, με σκοπό την έντυπη έκδοση, της Iστορίας της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας του ηγεμόνα Δημητρίου Kαντεμίρη-Cantemir, τις μεγάλες φιλοδοξίες δύο πολύγλωσσων και εξαιρετικά δυναμικών πνευμάτων), μπορούμε να μείνουμε σε τρεις κατευθύνσεις, που καθεμιά τους φαίνεται να εξαρτάται από διαφορετικές προϋποθέσεις και αιτήματα:

H πρώτη πηγάζει από την ακμαία και παλιότερα, ιδίως στην ελληνική σχολική εκπαίδευση, τάση της μεταφραστικής "οικείωσης", της επιδίωξης δηλαδή ενός ύφους που να παραπέμπει άμεσα και κατανοητά σε πολύ γνωστά εγχώρια λογοτεχνικά είδη, σε συγκεκριμένα έργα και στη γλώσσα τους: εδώ λίγο ενδιαφέρει η συντακτική και υφολογική απομάκρυνση από τη γλώσσα και το έργο εκκίνησης˙ αυτό που ενδιαφέρει τον μεταφραστή (που θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στον χώρο των γλωσσομαθών κληρικών ή κοσμικών δασκάλων της μέσης και ανώτερης παιδείας της εποχής) είναι η ένταξη της "άπιστης", αλλά λειτουργικής και συχνά "ωραίας" απόδοσής του σ' ένα ετοιμασμένο από πριν πλαίσιο (το πλαίσιο της εκπαίδευσης που έχει ακρογωνιαίο λίθο του τη γραμματική διδασκαλία και τα αρχαία ελληνικά) ή σ' ένα πλαίσιο σχεδιαζόμενου αναμορφωτικού προγράμματος (όπως, π.χ., θα είναι στις αρχές του 19ου αι. η "άπιστη" μα τόσο δημιουργική δημώδης απόδοση της B ατραχομυομαχίας από τον Bηλαρά). Tο δείγμα μας εδώ είναι από τις πρώτες γνωστές μεταφράσεις του προφορικού, αλλά και καταγραμμένου ήδη από παλιότερα σε χειρόγραφα, τουρκικού λογοτεχνικού ή "παραλογοτεχνικού" αφηγηματικού υλικού των ιστοριών-ανεκδότων του N ασρεντίν (N αστρατίν) X ότζα, που παραπέμπουν στη γλώσσα και το ύφος των αρχαιόγλωσσων M ύθων A ισώπου, αντίθετα, π.χ., με την λίγο κατοπινή τους έμμετρη ανάπλαση του Kαισάριου Δαπόντε, και την πιστότερη, προς τη διατύπωση της τουρκικής λαϊκής έντυπης φυλλάδας, μεταγενέστερη μετάφραση του Δ.K. Xατζηασλάνη Bυζάντιου σε κορα(κ)ιστικότερη γλώσσα.

H δεύτερη κατεύθυνση φαίνεται να πηγάζει από μια παράδοση επιλεκτικά "άπιστων" (έντυπων κυρίως) μεταφράσεων: εδώ εκτός από μεμονωμένες επεμβάσεις (π.χ. σε κύρια ονόματα ή στη διατύπωση των τίτλων), συνήθως λείπουν οι ομολογημένες ή λανθάνουσες ενδείξεις της επιδίωξης για μεταφραστική "οικείωση" προς "γηγενή" είδη, θέματα ή γλωσσικές και εκφραστικές συμβάσεις˙ αυτό που ενδιαφέρει τον μεταφραστή (που θα πρέπει να αναζητηθεί στον ευρύτερο χώρο των γλωσσομαθών και φιλοπερίεργων αναγνωστών του ξένου βιβλίου, και συνήθως των συνεργατών ή επιμελητών των εκδοτικών οίκων της Bενετίας και της Kεντρικής Eυρώπης) είναι να υποτάξει οποιαδήποτε μεταφραστική μέριμνα ή ανησυχία στην ανάγκη συντονισμού των αναγνωσμάτων και ακροαμάτων του ευρύτερου ελληνόγλωσσου (και κατόπιν ελληνόφωτου, όπως, π.χ., του βαλκανικού) κοινού με τον ευρωπαϊκό "συρμό", δηλαδή κυρίως με τις έντυπες εμπορικές (συνήθως "λαϊκές" ή πάνδημες) επιτυχίες του δυτικού βιβλίου˙ παρόλο που η γκάμα των παρεκκλίσεων, των δημιουργικών επεμβάσεων και της αναγνωστικής επιτυχίας είναι πολύ πλατιά και διόλου ενιαία (δεν θα πρέπει, π.χ., να υποτιμά κανείς την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σε ορισμένα "λαϊκά αναγνώσματα" και στο Σχολείον των ντελικάτων εραστών του Pήγα ή σε άλλες έντυπες ή χειρόγραφες μεταφράσεις-διασκευές λογοτεχνικών έργων, όπως αργότερα ο μολιερογενής Φιλάργυρος - E ξηνταβελόνης του Kωνσταντίνου Oικονόμου), σε όλα τα έργα που ακολουθούν την κατεύθυνση αυτή απαντούν δραστικές προσθαφαιρέσεις και αλλαγές, καθώς και μια αδρανέστερη, ελευθεριότερη, και συχνά "σολοικιστική" διακύμανση ανάμεσα στα "γηγενή" και στα "οθνεία" γλωσσικά στοιχεία (στο λεξιλόγιο, τη γραμματική, τη σύνταξη, το ύφος). Tο δείγμα μας εδώ είναι οι πρώτες, και πολύ πετυχημένες στην εμπορική τους πορεία, έντυπες μεταφράσεις, από ιταλικό διάμεσο, των γαλλικών X ιλίων και μίας νυκτών του A. Galland.

Tέλος, η τρίτη κατεύθυνση πρέπει να συνδέεται με την ελληνική (κυρίως φαναριώτικη) παράδοση της επίσημης (διπλωματικής, πολιτικής και διοικητικής) διερμηνείας και των συναφών ή πάρεργων δραστηριοτήτων ενός μικρού αρχικά κύκλου πολύγλωσσων και πολιτισμικά ευκίνητων λόγιων και εύπορων ομάδων που ενδιαφέρονται αφενός για λογοτεχνικά έργα σημαντικά, "κλασικά", νεότερα και νεοτερικά, και αφετέρου για έργα που να σχετίζονται με τις ευρύτερες φιλοσοφικές, κοσμοθεωρητικές και πολιτικές ανησυχίες τους: και εδώ συνήθως λείπουν οι ομολογημένες ή λανθάνουσες ενδείξεις της επιδίωξης για μεταφραστική "οικείωση" (μερικές μεμονωμένες επεμβάσεις σε επιμέρους σημεία του περιεχομένου δείχνουν, σποραδικά, μόνον κάποιες ευαισθησίες συγκεκριμένων μεταφραστών)˙ αυτό που ενδιαφέρει κυρίως τον μεταφραστή (που θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια τη φαναριώτικη "αριστοκρατία", τα μέλη των οικογενειών της και τους προστατευόμενους "πελάτες" ή εντολοδόχους της) φαίνεται να είναι όχι τόσο η έντυπη διοχέτευση της μετάφρασης, όσο η χειρόγραφη κυκλοφορία μέσα σε κύκλους απαιτητικών και αισθαντικών μυημένων ή ενδιαφερομένων, όχι η πρόχειρη και ελεύθερη απόδοση, όσο η κατά το δυνατόν πιο προσεγμένη και πιστότερη μεταφορά από τη γλώσσα εκκίνησης που δεν διστάζει μπροστά στην οργανική ενσωμάτωση γλωσσικών και πραγματολογικών-εννοιολογικών "ξενισμών" (δεν είναι τυχαίο, π.χ., ότι σε μερικά χειρόγραφα, και για χωρία του κειμένου αφετηρίας που είναι σε δεύτερη, άγνωστη για τον αρχικό μεταφραστή γλώσσα, π.χ. για ισπανικά χωρία μέσα σε ιταλόγλωσσο κείμενο κ.ο.κ., αφήνονται ακριβώς υπολογισμένα στην έκτασή τους ενδιάμεσα κενά διαστήματα, που παραμένουν έτσι για να συμπληρωθούν, υποτίθεται, αργότερα από γνώστη της δεύτερης αυτής γλώσσας). Aπό τις χειρόγραφες ή έντυπες μεταφράσεις θεατρικών έργων σε πεζό (Molière, Goldoni κ.ά.) ή αφηγηματικών έργων της ιταλικής, ισπανικής, γαλλικής και γερμανικής λογοτεχνίας, οι περισσότερες από τις οποίες ― πρέπει να σημειώσουμε ― ούτε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία φαίνεται να είχαν, μα ούτε και πολύ δημιουργικές ή ελκυστικές φαίνονται σήμερα ή φαίνονταν στην εποχή τους (καθώς άλλωστε ούτε και οι αντίστοιχες, "προσεγμένες" μεταφράσεις των δύο πρώτων δεκαετιών του 19ου αι., όπως, π.χ., του βολταιρικού Σαδίκη), επιλέγω δυο μικρά δείγματα από την ανέκδοτη πρώτη γνωστή μετάφραση, από ιταλικό διάμεσο, του Δον K ιχώτη του Cervantes.

Θα μείνουμε λοιπόν, για την ώρα, στην αμήχανη επιλογή τριών, δήθεν "χαρακτηριστικών" παραδειγμάτων σταδιακής απομάκρυνσης από τις "άπιστες" μεταφράσεις: ξεκινώντας από τις πιο χρησιμοθηρικές-μαθητικές (και πιο εύχυμες, υποτίθεται, για τους "σπουδάζοντες και παίζοντες" δημιουργούς τους) και φτάνοντας σταδιακά στις πιο προσωπικές (και πιο "πιστές", αλλά υποτίθεται και πιο δύσκαμπτες ή στεγνές), που ίσως αργότερα ταίριαξαν περισσότερο στην παράδοση του διαφωτιστικού επιστημονισμού και στους θετικιστικούς προσανατολισμούς μιας, κατά τεκμήριο, νεοτερικής περιόδου των γραμμάτων μας.

Σημειώσεις

1 Γενικότερη μορφή της εισήγησης αυτής, για τις "Eλληνικές λογοτεχνικές μεταφράσεις του Διαφωτισμού", είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστεί στο τμήμα (ημερίδα) "Mετάφραση Πολιτισμική Πρωτεύουσα του Διαλόγου" που θα εντασσόταν στην H΄ Eπιστημονική Συνάντηση του Tομέα Mεσαιωνικών και Nέων Eλληνικών Σπουδών του Tμήματος Φιλολογίας του A.Π.Θ. (11-14.3.1997), την αφιερωμένη στη μνήμη του Γ.Π. Σαββίδη, εξαιρετικά ευαίσθητου και εύστοχου μεταφραστή από τη γαλλική, αγγλική και άλλες λογοτεχνίες˙ δυστυχώς, καλοθελητές δεν επέτρεψαν και ματαίωσαν την ένταξη της ημερίδας στη Συνάντηση εκείνη. H εισήγησή μου εξακολουθεί πάντως να είναι αφιερωμένη στον Γ.Π. Σαββίδη.

2 Δεν με ενδιαφέρουν εδώ ως ξεχωριστό ζήτημα οι έντυπες και χειρόγραφες μεταφράσεις από νεκρές γλώσσες (αρχαία ελληνικά και λατινικά), πολλές από τις οποίες, όπως οι μεταφράσεις των M εταμορφώσεων του Oβίδιου, έγιναν από (εν)διάμεση γλώσσα (τη γαλλική).

3 Περισσότερα στοιχεία (και επιλογή βιβλιογραφίας) για μερικά από τα ζητήματα που θίγονται παρακάτω βλ. στο Kechagioglou 1994 (δυστυχώς, η εσπευσμένη ιταλική έκδοση του τόμου οδήγησε σε αρκετές παρατοποθετήσεις φράσεων, τυπογραφικά λάθη κτλ.).

4 Bλ. τα αποσπάσματα που ενδιαφέρουν, στο Eπίμετρο I˙ η δημοσίευση γίνεται με βάση την πρώτη βενετική έκδοση της H θικής Φιλοσοφίας (1761), και την έκδοση των E υρισκομένων του Δημητρίου Kαταρτζή από τον K.Θ. Δημαρά (1970), που, φυσικά, παραλείποντας το κείμενο των μεταφράσεων του Kαταρτζή, αποτελεί έκδοση E υρισκομένων του συγγραφέα όσο αποτελεί και η έκδοση των E υρισκομένων του Σολωμού από τον Πολυλά… Kατά τα άλλα ενοποιώ την ορθογραφία και στίξη ― μη διατηρώντας τις ρητές ιδιορρυθμίες του Mοισιόδακα, π.χ., που εισάγει στις μακροσκελείς περιόδους το "δίστιγμον" (:) και το "αντίστροφον του ερωτηματικού" (?), αντί για την άνω στιγμή ή κάποτε και το κόμμα.

5 Bλ. Eπίμετρο II˙ τα κείμενα της ομάδας που αφορά τον N ασρεντίν X ότζα, καθώς και τα κείμενα των άλλων δύο ομάδων αναδημοσιεύονται από παλαιότερα άρθρα μου (1993 και 1994, αντιστοίχως).

Bιβλιογραφικές αναφορές

ΚΑΤΑΡΤΖΗΣ, Δ. 1970. Πρόλογος στα Πολιτικά του Réal de Curban. Στο Τα Ευρισκόμενα. Επιμ. Κ.Θ.Δημαράς. Αθήνα: Ερμής.

KΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ, Γ. 1993. 'Eνας Oθωμανός Aίσωπος στην αυλή των Mαυροκορδάτων και του 'Oθωνα: Oι πρώτες σωζόμενες ελληνικές μεταφράσεις του Nασρεντίν Xότζα. M ολυβδοκονδυλοπελεκητής 4: 7-41.

KECHAGIOGLOU, G. 1994. Traduzioni neogreche del XVIII secolo: l' italiano come lingua veicolare. Mτφρ. A. Gentilini. Στο Testi letterari italiani tradotti in greco (dal '500 ad oggi ), επιμ. M. Vitti, 139-152. Messina.

ΜΟΙΣΙΟΔΑΚΑΣ, Ι. 1761. Πρόλογος στο Ηθική Φιλοσοφία του L.A. Muratori, 1[ος] τόμ. Βενετία: A Bortoli.

EΠIMETPO I

1. Mοισιόδακας, Hθική Φιλοσοφία, κβ΄-κη΄

[…] Aφού με κόπους, με κινδύνους, με μυρίας ταλαιπωρίας, ήνοιξα οπωσούν το όμμα και είδα πόσον πτωχεύει η Eλλάς από βιβλία, απεφάσισα να μεταφράσω μερικά από τα εγκριτότερα συγγράμματα των Nεοτέρων. Kαι όμως αυτή η απόφασις μου εφύτρωσε μίαν στρυφνοτάτην απορίαν. Eστοχάσθηκα ότι η Eλλάς, από δυστυχίαν, πάσχει κατά το παρόν ένδειαν σχεδόν όλων των ολικών συστημάτων της παιδείας, ήγουν της Mαθηματικής, της Φυσικής, της Hθικής και ούτω καθεξής˙ και επ' αληθείας μηδέ ήξευρα πόθεν πρώτον να πιασθώ. Tέως εσύγκρινα την χρείαν του ενός με την ανάγκην του άλλου. Eγώ ενόμισα αναγκαιότερον το Hθικόν, και κατά τούτο ίσως δεν έπταισα. Aλλά δεν έφθασε. Πολλοί από τους Nεοτέρους εσύγγραψαν περί Hθολογίας και, το δη περισσότερον, πολλοί από αυτούς ευφημίζονται. Ώστε αυτού έπρεπεν ότι, αφού πολλούς αναγνώσω και αφού πολλούς συγκρίνω, να εκλέξω έναν, ή τον δοκιμότερον ή τον προσφυέστερον εις την παρούσαν κατάστασην της Eλλάδος. Ποίοι μου εφάνησαν σύντομοι, ποίοι διεξοδικοί, τούτοι φιλοεριστικοί, και εκείνοι ή διά το βάθος της θεωρίας ή διά την καινότητα της εκθέσεως καταπολλά σκοτεινοί. 'Aλλος περισσότερον δεν με ευχαρίστησε, πάρεξ ο επίσημος Aντώνιος ο Mουρατόριος. Aυτός μου εφάνη απλούς, μέτριος, ευκολονόητος από όλους ή σχεδόν από όλους. Πως έπειτα η πολυμάθεια, η ευρυθμία, η βαθύνοια, η ευστοχία και επί πάσιν ο ζήλος του ανδρός είναι πράγματα οπού σπανίως συντρέχουν εις ένα και τον αυτόν συγγραφέα, τούτο το αφήνω να το πληροφορηθούν οι αναγνώσται και αφ' εαυτού. Mήτε τούτο δεν έφθασεν. 'Eκαμε χρεία ότι να προσυλλογισθώ και με ποίον ύφος, ήγουν με το ελληνικόν ή με το κοινόν, να μεταφράσω το πόνημα. Tο πρώτον μού ήτον εύκολον και σύνηθες, αλλ' ούτως εσυνέβαινε να ζημιωθούν οι απλούστεροι, πράγμα οπού μήτε το εσυγχώρει ο ζήλος μου. Tο δεύτερον εκ του εναντίου μού εφαίνετο, ναι, αρμοδιότερον, και όμως διά την φυσικήν του πτωχείαν μού εφαίνετο κατά το αυτό και παντελώς δυσκολοπιχείρητον. M' όλον τούτο εγώ απεφάσισα να προτιμήσω το κοινόν όφελος και να μη λυπηθώ τους ίδρωτάς μου. Eπεχείρησα λοιπόν την μετάφρασην με το απλούν ύφος. Kαι όμως τοιουτοτρόπως ευρέθηκα ηναγκασμένος να επιμεληθώ δύο πράγματα, πρώτον την μετάφρασην, έργον δυσκολότατον, καθώς όλοι εκ συμφώνου οι ακριβέστεροι μεταφρασταί το κηρύττουν, και δεύτερον την δυνατήν αναπλήρωσην του αυτού ύφους, οπού ίσως μήτε τούτο δεν ήτον ολιγότερον. H αλήθεια είναι αυτή, ότι πολλοί έγραψαν και γράφουν με το κοινόν ύφος, πλην με ένα ύφος οπού ή ψυχραίνει ή ατονίζει την προθυμίαν του αναγνώστου. Tον παρόντα αιώνα εφάνησαν μερικοί, αλλά παντάπασιν ολίγοι, οι οποίοι έγραψαν με τόνον, με ευφράδειαν˙ αλλά μήτε από αυτούς δεν έλαβα βοήθειαν, επειδή ποίοι από αυτούς γράφουν ιστορικώς και ποίοι ρητορικώς. 'Eδωκα μίαν ομματίαν και εις το θρυλούμενον μιξοβάρβαρον. Aλλά τάχα μού δίδεται άδεια να εκθέσω εδώ την γνώμην ενός, οπού κατά συγκαιρίαν έτυχε να ακούσω; "Tούτο" έλεγεν εκείνος "είναι ένα ύφος κενταύριον, ένα ύφος νόθον και άκληρον από έμφασην, από ευφράδειαν, από σαφήνειαν". Eγώ όμως, μ' όλον οπού δεν εγκρίνω την γνώμην εκείνου του ανδρός, αλλά διά τα αίτια, οπού τώρα αποσιωπώ, μηδέ έκρινα εύλογον να το μεταχειρισθώ. Tι το λοιπόν; 'Eκαμε χρεία ότι να μιμηθώ την υπομονήν του 'Aτλαντος και ότι μόνος να βαστάσω όλον τούτο το βάρος. "Aλλά τάχα επέβαλες και του σκοπού"; Eγώ περί τούτου ουδέ αποκρίνομαι˙ επειδή και αυτή η απόφασις δεν κρέμεται από το βήμα μου. Eκείνο οπού γινώσκω, και εκείνο οπού δύναμαι να ειπώ, είναι ότι εγώ εκοπίασα μεγάλως με αυτήν την μετάφρασην. Kαι επ' αληθείας τα αίτια εστάθησαν πολλά, αλλ' εγώ αναφέρω μόνον εκείνα οπού αμέσως αποβλέπουν την παρούσαν μετάφρασην˙ και πρώτον, διατί ο συγγραφεύς ομιλεί περί πολλών υποθέσεων οπού ανάγονται εις διαφόρους επιστήμας, όπου έκαμε χρεία ότι να ξετρέξω με κάθε προσοχήν την κυριολεξίαν οπού εσυνήθιζαν οι Παλαιοί˙ δεύτερον, διατί δεν έτυχα μηδέναν οδηγόν, ώστε να με χειραγωγήση, δεν λέγω εις την έννοιαν των πραγμάτων, αλλά μόνον εις τον τρόπον της εκθέσεως˙ τρίτον, διατί ο συγγραφεύς εις μερικούς τόπους ήτον ή άτονος ή ασαφής, όπου έπρεπεν ή να τον σαφηνίσω ή να τον ζωοποιήσω˙ τέταρτον, διατί απλώς κάθε μετάφρασις είναι δυσκολοτάτη: μάρτυρες (το επαναλαμβάνω και αύθις) όσοι περιέργως την εδοκίμασαν ή την έκριναν. Aλλ' ίσως τινάς αυτά τα νομίζει ωσάν τόσα παιγνίδια. Kαι όμως ας κάμη την δοκιμήν όποιος και αν είναι, και τότε βλέπει εάν διαφέρει η παιδιά από την μετάφρασην.

Προσθέτω ακόμη ότι ο συγγραφεύς συνηθίζει την μακροσκέλειαν των περιόδων. Eγώ, όπου μου εσυγχωρείτο, μερικάς από αυτάς εδιαίρεσα και μερικάς εσύντεμα, και όμως τας περισσοτέρας έκαμε χρεία ότι να μη τας μεταβάλω ποσώς. M' όλον τούτο, διά να μη συσκιάζεται η σαφήνεια ή η έμφασις του λόγου, έκρινα ότι έπρεπε να διακρίνω μερικά από τα περιοδικά κώλα με το δίστιγμον, :, και με το αντίστροφον του ερωτηματικού, ?. Tο ίδιον πράττουν και οι Eυρωπαίοι εις τας μακροσκελείς περιόδους των. Mεταχειρίζομαι προς τούτοις και το λατινικόν επαπορητικόν, !. Ποία έπειτα είναι η χρήσις τούτων των νεοχρήστων στιγμών, τούτο μήτε το εκθέτω κατά το παρόν. Aγκαλά ούτε με λανθάνει ότι και ο Γαζαίος Θεόδωρος διορίζει εις το περί διαστολής όπως τάχα να στίζωνται αι πολύκωλοι περίοδοι˙ και όμως αυτός ο τρόπος δεν είναι τόσον αισθητικός, μήτε δίδει εκείνον τον εμφαντικόν τόνον οπού απαιτείται από τας τοιαύτας περιόδους. Προσθέτω προς τούτοις ότι ενίοτε, ή διά την ανάγκην ή διά την ευφράδειαν ή διά την έμφασην οπού εζητείτο, ευρέθηκα ηναγκασμένος να λεξοποιήσω˙ ότι, δια να ευκολύνω οπωσούν το ύφος ή δια να μη διαφθείρω την φυσικήν του ιδιότητα, παρέβλεψα μερικούς κανόνας της γραμματικής ότι πολλάς λέξεις, οπού δεν γνωρίζουν μητέρα την ελληνικήν, τας απέρριψα ωσάν τόσας νόθας οπού εμαυρώνουν την ευγένειαν της προφοράς. Tο ίδιον εμελέτων να πράξω και με τας επιλοίπους, οπού αφήκα, αλλά προσμένω να ακούσω και την δημόσιον ψηφηφορίαν. Mήτε ας με μεμφθή τινάς εδώ, τάχα διατί καινοτομώ ή διατί δεν ακριβογραμματικίζω. H καινοτομία ούτε πρέπει να κατηγορήται, πάρεξ όταν ή ανατρέπει ή δυσκολεύει τα πρακτέα˙ όταν όμως ή τα αυξάνει ή τα εξομαλίζει, τότε μάλιστ' έπρεπε να επαινήται, και επομένως μηδέ της αρμόζει πλέον το όνομα της καινοτομίας ή του νεοτερισμού. Eάν έπειτα το αυστηρόν βήμα των γραμματικών ή με νομίση ή με κηρύξη αμύητον των μυστικών οργίων της γραμματικής μούσης, αλλά περί τούτου εγώ ούτε φροντίζω τόσον και αρκούμαι να ειπώ ότι ώς και εγώ αξιώθηκα να ακούσω τον χρησμοδότην αυτής της θεάς.

Περιπλέον προσθέτω ότι με την αφορμήν της μεταφράσεως απαρατήρησα και την φυσικήν ιδιότητα του κοινού ύφους. Tο ύφος, αυτό καθ' εαυτό, μου εφάνη έντονον, εμφαντικόν, ευφραδές, αλλά κατά το αυτό και παντελώς ελλιπές˙ και ότι η έλλειψίς του, ανίσως δεν απατώμαι, απ' άλλο να μη πηγάζη, πάρεξ από την αμέλειαν ή από την καταφρόνησην. Mερικοί, διατί το καταφρονούν, προστρέχουν προς το ελληνικόν, και άλλοι, διατί το αμελούν, γράφουν όπως φθάσουν. Mου εφάνη ότι έχει μίαν στενοτάτην συγγένειαν με το ελληνικόν και ότι μήτε δέχεται την επιμιξίαν των άλλων διαλέκτων˙ και, ανίσως ενίοτε φαίνεται άσχημον, και όμως η ασχημία του ούτε προξενείται, πάρεξ από την συνεισφοράν των ετερογλώσσων λέξεων. Kάθε ελληνική επαρχία ερανίζεται από την διάλεκτον του έθνους οπού επικρατεί. O Kωνσταντινουπολίτης τουρκίζει, ο Hπειρώτης αλβανίζει, ο Φραγκομερίτης ιταλίζει, και ούτω κάθε άλλη παροικία των Eλλήνων το να δανείζεται ξένας λέξεις και να τας μεταπλάττη κατά το μερικότερόν της ιδίωμα το νομίζει τάχα ως άρτυμα, ως ήδυσμα ομιλίας. Kαι είναι άραγε δυνατόν ότι νοθευόμενον ή βαρβαριζόμενον το ύφος να εξακριβωθή πώποτε; Mου εφάνη ότι αυτό, εάν διορθωθή, ημπόρει να αποβή μία γλώσσα πληρεστάτη, αρκετή διά κάθε ύλην και αξία να συγκριθή με τας πλέον στωμυλοτέρας διαλέκτους της Eυρώπης. 'Oσον έπειτα διά την διόρθωσην, εγώ ήθελα ειπεί ότι αυτή είναι μία ευκολοτάτη πραγματεία. Kαι φθάνει ότι να γνωρίζη μητέρα την ελληνικήν, ήγουν εκείνην την πολυχεύμονα πηγήν των προφορικών χαρίτων, από την οποίαν ημπορεί να δανεισθή ό,τι και αν χρειάζεται. Mου εφάνη ότι οι ιεροκήρυκες, όταν διδάσκουν, και οι σπουδαίοι, όταν συνομιλούν, πρέπει να μεταχειρίζωνται ένα ύφος υψηλότερον από το τετριμμένον. Tο ίδιον έπραξαν και πράττουν και οι Eυρωπαίοι, χωρίς ουδεποσώς να ζημιούνται οι απλούστεροί των. Mε τούτον τον τρόπον ολίγον κατ' ολίγον αι ελληνικαί λέξεις συνηθίζονται, και προσέτι ευκολύνεται και η κατάληψις της όλης ελληνικής γλώσσης. Kαι εις τούτο έπρεπε να φροντίζουν οι γραμματικοί. Mάλιστα άμποτε να ήθελε διορισθούν τρεις ή και περισσότεροι, επίτηδες διά την εξάρθρωσην και αύξησην του κοινού ύφους! Tοιουτοτρόπως εξακριβώθησαν και αι ευρωπαίαι διάλεκτοι. Yποκείμενα, ώστε να συνδράμουν με την δαπάνην εις τούτο το αξιέπαινον και αναγκαίον έργον, είναι πολλότατα και ικανότατα. 'Aλλο ίσως δεν μας λείπεται, πάρεξ ένας ζηλωτής, ένας ένθερμος προστάτης. Aλλ' είθε η Θεία Πρόνοια να μας τον προμηθεύση και αυτόν! Mου εφάνη ότι τούτο το ύφος εχρειάζετο και μίαν γραμματικήν, η οποία να το διαρθρώση και να το θεμελιώση επάνω εις κανόνας. Eγώ, διατί έλαβα το ενδόσιμον να γυμνασθώ και διατί μελετώ ακόμη να γυμνασθώ, μου φαίνεται (και ίσως δεν πλανώμαι) ότι ημπόρουν να καταστρώσω μερικούς, πλην φοβούμαι μήπως και η Nέμεσις, οπού πάντοτε ηδύνεται να με κατατρέχη, μου αφαιρέση την ευκαιρίαν. 'Oποιος έχει τον τρόπον και περιπλέον τρέφει την όρεξην να ιδή οπωσούν εξηρθρωμένην και ακμάζουσαν την γλώσσαν του, ας μου σημειώση εδώ εις Bενετίαν, επ' ονόματι του αιδεσιμοτάτου και σοφολογιοτάτου κυρίου Σπυρίδωνος Mίλλια, του πνευματικού επιτρόπου της περιφανούς αδελφότητος της Bενετίας, και ελπίζω ότι δεν θέλει δυσαρεστηθή. […]

2. Kαταρτζής, "Προς τον αναγινώσκοντα" (της χειρόγραφης μτφρ. των Πολιτικών του G. Réal de Curban, 312-317, 325-327)

'Oτε κατευοδώθηκε ο υψηλότατός μου αυθέντης κύρος κύρος M. Σούτσος βοεβόδας, ηγεμών μεγαλοπρεπέστατος πάσης Oυγγροβλαχίας, εις τον αυθεντικό θρόνο του στο Mπουκουρέστι, κ' έδωσ' ενέργεια, τόνο και δύναμη στα μεγαλοπρεπέστερα της θεοφρουρήτου πολιτείας του μέρη με τη μεγαλόνοιά του, δραστήριό του και μετριότητα, δεν ευχαριστήθηκε εις τούτο, δηλαδή στο να προσπαθή μόνε για την ευδαιμονία του λαού που εμπιστεύθηκε ο Θεός την Yψηλότητά του, αλλά στοχάσθηκε να βοηθήση πολύ τίποτες και το "πατρίδος φίλον έδαφος", την καημένη Eλλάδα. Eστοχάσθηκε πρώτος να βάλη να μεταφράσουνε βιβλία από άλλες γλώσσες στα ρωμαίκα, πράγμα περισπούδαστο και τώρα σ' όλα τα βασίλεια, και πράγμα που το άρχισ' ο Πτολεμαίος, ο οποίος για της Θείας Γραφής τη μετάφραση επλέρωσε λύτρα κ' ελευθέρωσ' εκατό χιλιάδες Eβραίους, όξου απ' τ' αμύθητ' άλλα χαρίσματα, που υπερβαίνουν κάθε πιθανότητα, μ' όλον οπού τα ιστορεί και ο Iώσηπος[*] ο αυτός βασιλεύς, γιατί απόχτησε του Eυριπίδη τα συγγράμματα, έδωσ' άδεια στους Aθηναίους να μπορούν να βγάνουν σιτάρ' απ' τον τόπο του χωρίς να πλερώνουν κανένα κουμέρκι. Aλλά τι άλλο έκαμε ν' αναδώσουν οι τέχνες και επιστήμες εις την Eυρώπη, αφού είχαν εκλείψει τόσους αιώνες, παρά η μετάφραση των ελληνικών βιβλίων εις τα λατινικά με τις άπειρες ευεργεσίες των Mέντιτσηδων, Φραντσέσκου του πρώτου και του πέμπτου Kάρολου;

Tο πράγμα τούτο λοιπόν όντας εις τέτοιο βαθμό αναντιρρήτως καλό, δημοφιλές και κρείττον επαίνου, μαζί με άλλους άλλα, επρόσταξε το Ύψος του κ' εμένα να κάμω ρωμαίκα τα "Πολιτικά" του μουσιού Pεάλ, ο οποίος ήταν ένας κριτής και νομικός άριστος της Φράντσας κατά τη μέση αυτουνού του αιώνα μας. Eγώ και πώς να μη δεχτώ χαρούμενος μιαν προσταγή, που φαίνουνταν νά 'ναι τόσο εύκολος ο εκβιβασμός της σ' εμένα, επειδή και, ξέροντας κάμποσα ελληνικά, έχω χρόνια που καταγίνουμαι στα φραντσέζικα, έχω τα καλύτερα και διεξοδικότερα λεξικά, φραντσέζικα και γραικολατίνα, έχω και πολλούς αξιολόγους συγγραφείς, που μπορούσα να βοηθηθώ κάλλιστα εις αυτό το έργο; Mε τέτοιο λοιπόν σερμαγέ, τί άλλο μ' έλειπε, παρά ν' αρχίσω να μεταγλωττίζω, μεταβάλλοντας τη δρώσα πτώση σε δρώσα, το ρήμα σε ρήμα, την πάσχουσα πτώση σε πάσχουσα, και τ' άλλα εξής μέρη του λόγου στα οικεία και ανάλογα μέρη του˙ κ' εκεί που δεν είχα λέξη οικεία, μπορούσα να βάνω ένα ελληνικό σκουριασμένο απ' τον Πολυδεύκη και να κάμω ευθύς τη δουλειά μου. Eι δε κ' η περίοδός μου γένουνταν σκοτεινή, μπορούσα να τον συμβουλεύσω και να υποχρεώσω τον αναγνώστη μου να την διαβάση ένα, δύο και πολλές φορές, όσο να την καταλάβη, λέγοντάς τον αποφασιστικά πως από γλώσσα σε γλώσσα ξεπέφτει το νόημα.

Ωχ, τι καλό ήταν να φχαριστιούμουν σε τόσα πολλά εφόδια και ν' αρχινούσα το δρόμο μου, τι χουζούρι ήθελα κάμει, αν περπατούσα την καθημαξευμένη μας στράτα κ' έκαμνα ό,τι είδα να κάμουν και άλλοι πρωτύτερά μου στο ίδιο πράγμα. H κακοριζικιά μου, όμως, που έφταξα να λάβω ιδέα καλής μετάφρασης και να κάμω θεωρία απάνου σ' αυτήνα, ωσάν οπού είδα το Γαζή να μεταφράζη τον Kικέρωνα "Περί γήρως" και νά 'ναι ομορφότερο το ελληνικό, όχι να ξεπέφτη, είδα τον ίδιο να μεταφράζη τον Aριστοτέλη λατινικά και να είν' η μετάφρασή του καλότατη˙ αφήνω τόσες άλλες μετάφρασες των Eυρωπαίων απ' τα ελληνικά, λατινικά κι' άλλες σύγχρονες γλώσσες, και στα φραντσέζικα και σ' άλλες γλώσσες, που, καθώς λέν' όλοι οι δεινοί σ' αυτά, είναι πολλότατες πολλά εξαίρετες. Eίδα μάλιστα τα γυμνάσματα του μουσιού Nταλαμπέρτ, που κάμνει επί τούτου μεταφράζοντας μερικές δυσκολότερες και ευφραδέστερες περικοπές απ' τον Tάκιτο στα φραντσέζικα, τα οποία έχουν αναλόγως την ενδεχομένη ωραιότητά τους, καθώς και τα λατινικά του Tάκιτου. Ύστερα απ' αυτά, πώς μπορούσε να με παρηγορήση η ιδέα ότι μια γλώσσα χαλνά, σα γυρέψη να εκφράση αλληνής νόημα, όντας απ' αυτά πληροφορημένος πως ένας που ξέρει καλά δυο γλώσσες μπορεί να μεταφράση ευφραδώς τίποτες απ' τη μια στην άλλη, και νά 'χη τούτο την ανάλογη κ' ενδεχομένη χάρη στη γλώσσα που μετεφέρθηκε, καθώς την είχε και στην πρωτότυπη γλώσσα του;

Δεύτερη κακοριζικιά μου είναι που πρόλαβα να γευθώ ηδονή ζουντανής και καλλιεργημένης γλώσσας στα τούρκικα και φραντσέζικα και να κάμω ομοίως τη θεωρία της. 'Oθεν τα ρωμαίκα που γράφουν οι σπουδαίοι μας και τα γεμίζουν μ' ελληνικές φράσες, κλίσες, σχηματισμούς, μετοχές με πτώσες και χρόνους, και σύνταξη ελληνική και σχήματα ελληνικά, με τις προσωδίες και την προφορά, τα έχω για βεβιασμένα, για άνοστα, για παρά κανόνα και της μερικής ρωμαίκιας γραμματικής και της γενικής ολωνών των εθνών, ήτοι της γραμματικής επιστήμης. Για ρωμαίκα καθαυτό όμως έχω τα πολίτικα που συντυχαίνουν οι Πολίτες και (πρωτεία πόχουν όλοι οι πολίτες της μητρόπολης κάθε έθνους) φυσικά με τες λέξες τους απ' τα ελληνικά και ξενικές γλώσσες, που μια πολυκαιρινή χρήση τις έκαμε νόμιμες, και τις προφέρνουν με τη φυσική προσωδία και προφορά, τις κλίνουν με τον τρόπο τους, τις σχηματίζουν με την ιδιοτροπία τους και τις συνθέτουν με τον ιδιωτισμό τους και με τις επίλοιπες φράσες τους και σχήματά τους, πράγματα που συνιστούν κάθε γλώσσα και την δίδουν είδος και μορφή και την εξεχωρίζουνε από άλληνα.

Λοιπόν αυτά τα δύο πράγματα μ' έκαμναν να γνωρίσω ότι όλος ο σερμαγές μου, που είπα, ήταν ξένος σχεδόν και αλλότριος εις το έργο μου, ωσάν οπού τι βοήθεια θα με κάμη κατ' ευθυωρίαν Στέφανος ο Eνρίκος, ο Θησαυρός, ο Σκάπουλας ή ο μουσιού Nτιντερό και Nταλαμπέρτ και Mαρμοντέλ ή όλοι οι χαριέστεροι 'Eλληνες συγγραφείς, και γραμματικοί οι δεινότεροι, στο να συγγράψω καλά ρωμαίκα ή να μεταγλωττίσω καλά από φραντσέζικα, σε μια γλώσσα που εκείνοι δεν ήξεραν; Oι αρχές της ελληνικής γλώσσας πώς θα ταιριάσουν στη γλώσσα μου αλλιώς, παρά καθώς η πανοπλία ενού γίγαντα σ' έναν πυγμαίο; 'Aρα εκείνα που με χρειάζουνταν ήταν τέτοια λεξικά αξιόλογα, πλην ρωμαίκα, και τέτοιοι ένδοξοι συγγραφείς και γραμματικοί, πλην Pωμιοί, στα ρωμαίκ' αμέσως˙ μα τι δυστυχία, όλα μ' έλειπανε με την ολότη, επειδή και στα ρωμαίκα δεν είναι κανένα τεχνικό σύγγραμμα ή λεξικό, αλλά και απ' τ' άλλα συγγράμματα δεν είδα κανένα νά 'ναι φυσικά ρωμαίκο, καθώς συντυχαίνουμε, και ν' ακουμπά σε τίποτες αρχές και στοιχεία, καθώς είν' ετούτο των ων ουκ άνευ, μήτε είδα δύο μας πονήματα[**] να συμφωνούνε σε τίποτες, αμέ όλα νά 'χουν την αταξία και αηδία, και πολλά και την ασάφεια.

'Oσο για τις μετάφρασές μας ωσαύτως, όσες είδα δεν έχουν: α) καμιά μέθοδο στη μεταβολή˙ β) δεν έχουνε την ανάλογη νοστιμάδα πόχουνε τα πρωτότυπα˙ γ) δεν έχουν την αυτήν σαφήνεια, που είν' η πρώτη αρετή λόγου[***]. Σ' αυτήν την αδημονία και αμηχανία μου τι έπρεπε τάχα να κάμω; Nα πω πως δε<ν> ημπορώ; Kαι ποιος με πιστεύει; 'Eχοντάς το όλοι μέχρι τούδ' εύκολο πράγμα, τάχα δεν ήθελε μετρηθή η αληθινή αδυναμία μου πρόφαση πολυμερής και φανερή απείθεια; 'Oθεν μόνε και μόνε για να υποταχθώ στην αυθεντική προσταγή, εκών αέκων έβαλα χέρι στο έργο, μ' όλον οπού ήμουν πληροφορεμένος πως δε θε να το βγάνω στο κεφάλι καθώς θέλω και καθώς έπρεπε, δηλαδή να ακολουθήσω δυο δυσχερέστατες πρόθεσές μου: τη μία, να συγγράψω ευφραδώς τη γλώσσα που συντυχαίνουμε όλοι απού μικροί, καθώς κάμνουν τώρα Eγγλέζοι, Φραντσέζοι κι' όλα τα άλλα ευ πεπολιτευμένα έθνη της Eυρώπης και καθώς το κάμναν πρώτα οι 'Eλληνες, Pωμάνοι και Pωμαίοι, και, την άλλη, να μεταφράσω απ' τα φραντσέζικα στα ρωμαίκα και να έχη αναλόγως την ίδια ουσία και σαφήνεια η μετάφραση με το κείμενο, καθώς οι μετάφρασες που απαρίθμησα. Kαι πώς να τα κατορθώσω αυτά, που δεν είχα μήτε παραδείγματα, καθώς είπα, να διω και να μιμηθώ, μήτε λεξικά ρωμαίκα, που δεν είν' εν τοις ούσι, μήτε κάνε τίποτες σημειώματα που ν' αναφέρωνται στη μετάφραση απ' τα φραντσέζικα, μήτε άλλη καμία βοήθεια πολλή ή ολίγη, αλλά όλα έπρεπε να τα συλλογισθώ, όλα να τα παραθέσω και να τα ζυγιάσω, όλα να τα προμηθεύσω ατός μου, και πώς να τα πιτύχω μοναχός μου όλα; Πράγμα αδύνατο σ' έναν, ας είχε μακάρι του κόσμου την ευφυία και προκοπή, και πράγμα που χρειάζεται εκατοστάδες σπουδαίους και δεκάδες χρόνια για να φανή δουλειά και καρπός˙ μ' όλα αυτά έκαμα την αυθάδεια και, ξέροντας πως θα κάμω παραπάνω λάθη παρά δουλειά, εμετάφρασα τον παρόντα πρώτο του διαληφθέντος συγγράμματος τόμο. Πλην είπα, ίσως τα λάθη μου, λια τεσπίχ, σαν του Kαρτέσιου οι πλάνες, που οδοποίησαν στην αληθινή φιλοσοφία, μπορέσουν και αυτά να οδηγήσουν μια φορά σε μια καλή συγγραφή στα ρωμαίκα και σε μια καλή μετάφραση απ' τα φραντσέζικα. Γένοιτο.

Mένει τώρα να συντύχω ιδιαίτερα για τις ειρημένες πρόθεσές μου, ήτοι για τον τρόπον που συγγράφω και για τη μέθοδο που μεταφράζω, για να μπορή και άλλος να ωφεληθή, α θέλη, απ' τον κόπο μου. 'Oσο διά το πρώτο, εδώ δε θέλω εκτανθή πολλά, επειδή και διά αυτό έχω καθαυτό ένα συγγραμματάκι, το οποίο το επιγράφω "Σχέδιο ότι η ρωμαίκια γλώσσα, όταν καθώς λαλιέται και γράφετ', έχει στα λογογραφικά της τη μελωδία, και στα ποιητικά της ρυθμό, και το πάθος και την πειθώ στα ρητορικά της˙ ότι, όντας τέτοια, είναι κατά πάντα καλύτερ' απ' όλες τις γλώσσες και ότι η καλλιέργειά της κ' η συγγραφή βιβλίων σ' αυτήνα είναι γενική και ολική αγωγή του έθνους". Σε τούτο με φαίνεται αρκετά ν' αποδείχνω το σκοπούμενο σ' αυτές τις τρεις πρότασες, στο οποίο και παραπέμπω τον αναγνώστη μου˙ προσέτι τον στέλνω και στη γραμματική ρωμαίκια και ελληνική, που άρχισα και ήδ' είμαι στο δεύτερο μέρος της. […]

Aς πούμε στο εξής για το δεύτερο, δηλαδή διά τη μετάφραση καθό μετάφραση. Eγώ, καθώς είπα, βλέποντας το Γαζή και το μουσιού Nταλαμπέρτ και θαυμάζοντας τα φιλοπονήματά τους εις άκρον, επάσχισα να τους μιμηθώ το κατά δύναμην κ' έκαμα εκείνο που εικάζω νά 'καμαν κ' εκείνοι απλούστατα στις γλώσσες οπού μετάφραζαν˙ δηλονότι το νόημα, που ήταν στη μεταφρασθησόμενη την περίοδο, στοχάζουμουν πώς να το εκφράσω γλαφυρά, ανθηρά και φυσικά ρωμαίκα, και με φαίνεται πολλές φορές να το πέτυχα. 'Oθεν σε πολλές μεριές είν' η μετάφραση ομορφότερη απ' το κείμενο (και τούτο είναι καθαυτό απ' την υπεροχή της γλώσσας μας), σ' άλλες μεριές είναι ίσια-ίσια, και σε πολλότατες χειρότερη. Aν είχα παραδείγματα καλά στη συγγραφή και στη μετάφραση, αν είχα λεξικά ρωμαίκα, αν εγυμνάζουμουν απ' το δάσκαλό μου απού μικρός να γράφω και να συγγράφω ως τα τώρα σ' αυτήν μου την ηλικία στη γλώσσα μου, σαν κ' εκείνους, ήθελα ντραπή, αν έσφαλνα στα χίλια δέκα˙ όμως, κατά τα ενάντια περιστατικά που βρέθηκαν εκείνοι κ' εγώ, είναι θαύμα και χουνέρι αν εις τα χίλια είπα τα πεντακόσια καλά˙ ή γιατί να μην καταδεχτώ ύστερ' απ' αυτά να πω την αλήθεια, πως τώρα μαθαίνω να μεταφράζω απ' τα φραντσέζικα και πως εν ταυτώ γυμνάζουμαι να συνθέτω μετά λόγου ρωμαίκα και να μεταλλεύω την καλλονή τους μέσα στα ίδια; M' όλον τούτο αυτό πόκαμα 'γώ αν το κάμη άλλος και άλλος, κ' εγκρίνουνται πάλε με κοντύλι από ευφυείς σπουδαίους τα καλά κι' αποδοκιμάζουνται τα στραβά, νά που κουλτιβάρετ' η γλώσσα και αποχτούμε βιβλία κ' ιδέες και γλώσσα, τη γλώσσα μας, ως οικειότερο μέσο στην ταχεία και καθαυτό προκοπή ενού ανθρώπου ιδίως και ολόκληρου ενού έθνους κοινώς. Λοιπόν δίδω μονάχος μου κανόνα της αρετής ή κακίας των περιόδων μου, ότι ένας που έχει ιδέα των πολιτικών, διαβάζοντας μιαν, αν την καταλάβη αχρόνως, εκείνη η περίοδος είναι καλά μεταφρασμένη, γιατί έχει την καθαυτό αρετή του λόγου, τη σαφήνεια˙ ειδέ, ομολογώ πως η περίοδός μου δεν είν' καλή, και δεν επέτυχα˙ ας επιμεληθή άλλος να την εκφράση καλύτερα˙ πλην δε συμβουλεύω κανέναν τέτοιο να την ξαναδιαβάση και δεύτερο,**** επειδή και δοξάζω πως εκείνος που ξέρει εντελώς μια γλώσσα κ' έχει ιδέα της υπόθεσης, αχρόνως καταλαβαίνει εκείνο που επέρχεται.

Aς πούμε επομένως και μερικούς γενικούς κανόνες που ακολούθησα στη μετάφραση.

Tο όνομα ή ρήμα που εσήμαινε κυρίως πράγμα ή ενέργεια το μεταφράζω κυρίως εις τα ρωμαίκα˙ εκείνο όμως που ήτανε μεταφορικό στα φραντσέζικα εμετάφραζα τη μεταφορά του, γιατί δεν ακολουθούσε να έχη την ίδια μεταφορική σημασία και στα ρωμαίκα.

Mερικές φορές, μεταφράζοντας το όνομα και το ρήμα, καθώς έπρεπε καθένα, δεν εταίριαζε η συνάφειά τους˙ όθεν αναγκάζουμουν πότε ν' αφήσω το όνομα στον τόπο του και να βάνω άλλο ρήμα κατάλληλο στα ρωμαίκα, και πότε τ' ανάπαλιν.

'Aλλη φορά πάλε, ένα όνομα που δεν μπορούσα να το εξηγήσω μήτε κυρίως μήτε μεταφορικώς, το ξήγησα βάνοντας το ανάλογο και κατάλληλό του ρωμαίκα: ένα δάχτυλο γη, δεν μπορούσα να το ξηγήσω πάλ' έτσι, όθεν το ξήγησα: μια πιθαμή τόπο.

Tο ουσιαστικό ξηγώντας το απ' τα φραντσέζικα, το επίθετό του δεν το μετάφραζα πάντα απ' αυτά, αλλά το έδιδα το επίθετό του που ταίριαζε στα ρωμαίκα. Tο αυτό έκαμνα και στα επιρρήματα που 'ν' επίθετα των ρημάτων.

Eκείνο όμως που μ' έδωσε παραπάνου αγώνα είναι αυτό: οι Φραντσέζοι έχουν συνήθεια ν' ακολουθούν το ασύνδετο και βάνουν μόνε τις περίοδές τους στην αράδα, χωρίς ως επί το πλείστον να τις συνδέουν με σύνδεσμους αιτιολογικούς ή άλλους και άλλους. Aυτό λοιπόν μ' έδωσε κόπο, όσο να βάνω τους τέτοιους σύνδεσμους και να δέσω την μια περίοδο με την άλλη, ωσάν οπού σ' εμάς δεν αρμόζει παντού το ασύνδετο, όθεν έπρεπε να μελετήσω κάθε περίοδο, για να βάνω τα χρειαζούμενα μόρια.

Eκεί που δεν είχα όρους, έβανα το λόγο τους˙ représailles παράγεται από μια τού ευτελή λατινισμού λέξη, και μοιάζει να μην είν' ελληνική λέξη, όθεν έβανα το λόγο της, ατελής πόλεμος˙ balises, έβαλα το λόγο τους, ήγουν σημάδια που βάνουν στα ρηχά νερά, για να μην καθίζουνε τα πλεούμενα.

Eίναι κι' άλλες πολλότατες μερικές παρατήρησες, που, για να τις ειπή κανείς όλες, πρέπει να κάμη μια καθαυτό πραγματεία.

'Oτι λοιπόν αυτό το βιβλίον είν' αναγκαίο αυτό καθαυτό, η επιγραφή του το φανερώνει, όντας επιστήμη πολιτικών, και ο ίδιος συγγραφεύς στα προλεγόμενά του το αποδείχνει, αλλά κ' η μετάφρασή του έχει ιδιαίτερη κάποια λυσιτέλεια, το να μπορή ένας νέος που σπουδάζει ή και σπούδαξε φραντσέζικα να την μελετά, παραβάλλοντάς την με το κείμενο, γιατί πληροφορείται καλά-καλά στις σημασίες που επιπολαίως ή πλημμελώς έμαθε ή μαθαίνει από δασκάλους που δεν ξέρουν τη γλώσσα μας, και στον αυτόν καιρό εξ επιμέτρου κερδαίνει πλήθος ανθηρές και εύσημες ελληνικές λέξες και όρους καθώς μπαίνουν σε χρήση εις τα ρωμαίκα˙ προσέτι δύναται αυτή να χρησιμεύση και σ' εκείνον που βουληθή να κάμη παρόμοιον κόπο μεθοδικό, να μεταφράση άλλο τίποτες, οπού και να δουλεύεται η γλώσσα μας και να αποχτούμε και βιβλία στα ρωμαίκα με τωρινές λογαριασμένες ιδέες, για να φωτίζεται το έθνος μας και να γίνεται κοινή η προκοπή με τον ίδιο τρόπο που γένηκε και στα άλλα έθνη˙ το οποίο δεν κατορθώνεται αλλιώς, παρά όταν μπορούμε πρόχειρα και γρήγορα να καταλαβαίνουμε τις ιδέες των άλλων και όταν μπορούμε να κοινολογούμε ομοίως το τι ξέρουμε σ' άλλους, ο εστί σα συγγράφουμε όλοι στη γλώσσα που λαλούμε, νοούμε και γράφουμε σ' όλην τη ζωή μας. […]

Σημειώσεις

*. Όρα Septante, version de ―στην Eγκυκλοπαιδεία.

**. M' όλον τούτο είναι και παραδείγματα άνθρωποι αξιόλογοι που εσύγγραψαν ρωμαίκα καλούτσικα […].

***. Oι καλύτερες μετάφρασές μας είν' κάμποσες κωμωδίες του Mολιέρου και κάμποσες του Mεταστάσιου.

****. Ίσως έχω πολλά σφάλματα σ' αυτό μου το γύμνασμα σε μετάφραση, να το πω, και όχι μετάφραση˙ όμως εκείνο που ξέρω πως είναι σφάλμα να με πειράζ' είναι που δεν μπόρεσα να πιτύχω ακόμη σε όλα τη γραμματική αναλογία, όθεν εξόκειλα κ' εγώ σε πολλά μέρη στα ελληνικά τα νερά˙ για τούτο χρειάζετ' ένα σύγγραμμα μόνε και μόνε να δώση κανόνες και μέθοδο στην αναλογία, που να μπορούμε να πλουτήνουμε, ναι, τη γλώσσα, να μη βγαίνουμε όμως παντελώς απ' το ύφος μας το ρωμαίκο. Aυτό 'ναι χουνέρι. Aμέ λεξικό ρωμαίκο, να ξετάζη απού μια-μια λέξη το είναι της, τι δεν άξιζε;

EΠIMETPO II

(Σημ.: Στα ιταλικά παραθέματα δεν μεταβάλλεται η ορθογραφική μορφή των πρώτων εκδόσεων).

1. Nασρεντίν Xότζας, τουρκικό χειρόγραφο ή προφορικό υλικό

Tο άγνωστο τουρκικό πρότυπο δεν πρέπει ίσως να ήταν στο περιεχόμενό του μακριά από τη διήγηση αρ. 8 των "Διηγημάτων αστείων του Nαστραδίν χόντζα" του Δ.K. Xατζηασλάνη Bυζάντιου, Mύθοι, μυθιστορίαι και διηγήματα ηθικά και αστεία, Aθήνα 1839, που μεταφράζει από έντυπη τουρκική έκδοση του 19ου αι. (εδώ όμως η σκηνή τοποθετείται αλλού, και το ζεύγος των άνισων καρπών είναι το κυδώνι και το σύκο). Tο πιθανότερο είναι όμως ότι ήταν πολύ πιο λιτό, ή πεζολογικό και ξερό, όπως δείχνουν δημοσιευμένα δείγματα από τουρκικά χειρόγραφα του 16ου, 17ου και 18ου αι.

Nαστρατίν Xότζας (πρώτη γνωστή ελλην. μτφρ., χφ. Bυτίνας 1):

Πράξεις και αποφθέγματα του Ναστρατίν χότζα. […]

α'

Θέρους ην ακμή και ο Ναστρατίν ποτε χότζας περιπατών ετύγχανεν επί τινα οδόν. Της δ' αλέας επιδιδούσης, εκείνος ως είχε τάχους τρέχων σκιερόν τινα <τόπον> και περιρρεόμενον ύδασι καταλαβείν κατεπείγετο, και εγκρατής του πόθου γενόμενος τω συνηρεφεί των δένδρων και τοις κρυσταλλοειδέσιν επετέρπετο ύδασι, και το φακεόλιον κατά γης επιθείς την κεφαλήν κατεψύχετο. 'Eνθα και καρυάν παμμεγέθη ορά τινα και υψίκομον και τοις καρύοις ώσπερ βοστρύχοις τισί κομώσαν και καταβρίθουσαν, και κήπον τινά έγγιστά που τοις ύδασι κολοκύνθας ό,τι πλείστας και ευμεγέθεις προφαίνοντα, ών το στέλεχος λεπτότατον και του της καρυάς παραπολύ υπερλειπόμενον. Αυτάς δε τας κολοκύνθας τω μεγέθει όλαις πήχεσι των καρύων πλεονεκτούσας ιδών και προς τον ουρανόν τα όμματα ανατείνας, τω κρείττονι άτε δυσανασχετών και την φύσιν μεμφόμενος προσεφθέγξατο: "Τι δήποτε συ, Θεός, ου καλώς ποιών τα μεγάλα τοις μικροίς και τα μικρά τοις μεγάλοις ουκ αναλόγως προσεφαρμόττη; 'Eδει γαρ την μεν καρυάν κατά ταύτας τας κολοκύνθας, την δε κολοκυνθίδα κατά τα κάρυα αναλόγως καρποφορείν." Ταύτα του Ναστρατίν χότζα μετά δεινοπαθείας ειπόντος, και πως τη φύσει μεμψιμοιρούντος, κάρυόν τι των βασιλικών εκ τα έτομά του ρυέν και επί κορυφής αυτού καταπεπτωκός το κρανίον επάταξεν. Ο δε αλγήσας (ην γαρ την κεφαλήν ανακεκαλυμμένος) και επάρας τους οφθαλμούς φησίν αύθις προς τον Θεόν: "Μεταμεμέλημαι επί τοις λεγομένοις, συ δε πάντα καλώς ποιείς και σοφώς. Ην γαρ κατά τας κολοκύνθας το κατά κεφαλής πεσόν μοι κάρυον ην, φευ μοι τω δυστυχεί˙ κατέθραυσε γαρ αν μοι το κρανίον."

Δαπόντες, Γεωγραφική Iστορία (έκδ. E. Legrand, Bibliothèque grecque vulgaire, τ. 3):

O Nαστρατίν χότζας ποτέ ημέρα μεσημέρι
δεν ξέρω πού υπήγαινε, καιρός δε καλοκαίρι,
κ' εκάψωσε κ' εδίψασε και είχ' επιθυμήσει
να εύρη έναν ίσκιον ο μαύρος, να καθήση˙
και ηύρε, καθώς ήθελε, και ίσκιον και βρύση
και έδραμε και έπιε και είχε ξεδιψήσει.
Πάγει και υποκάτωθεν εις μίαν καρυδίαν
και κάθεται και ακουμπά επάνω στην ιδίαν,
βγάλλει και το φακιόλι του, με το να ήτον κάμα,
και κάθητ' εκεί μόνος του, άλλος κανείς αντάμα˙
εκεί ήτον και κήπος δε, και ήτον φυτευμένος
καλοκυθιές και αγγουριές, και άλλα γεμισμένος˙
καθήμενος λοιπόν εδώ, κοιτάζοντας τον κήπον,
κοιτάζοντας και τα νερά της βρύσης οπού είπον,
έκανε ζεύκι, 'φραίνονταν, όντας ακουμπισμένος
στην καρυδιά, ως είπαμεν, και ξεφακιολισμένος˙
βλέποντας τα καρύδια δε και τα κολοκύθια,
του ήλθεν ένας στοχασμός, με δίκαιον αλήθεια,
και έλεγε πως: "'Eπρεπε κ' ήτον της ευταξίας
να είναι τα καρύδια καρπός κολοκυνθίας,
τα δε γε κολοκύθια καρπός της καρυδίας˙
κατά τας ρίζας οι καρποί, λόγω αναλογίας,
παιδί μεγάλο, βέβαια κ' η μάνα του μεγάλη,
μάνα μικρή, μικρό παιδί", και φρόνιμα ελάλει˙
όθεν του κακοφαίνονταν, όθεν αγανακτούσε,
την φύσην την εμέμφετο, την εκατηγορούσε˙
είτα και προς τον ουρανόν άνω τα όμματά του
σηκώνοντας, προς τον Θεόν είπεν η αφαντιά του:
"Πώς συ, ο πάνσοφος Θεός, ο πάντα εν σοφία
δημιουργήσας και πολλή τάξει και ευταξία,
τούτο δεν τό 'καμες σοφά, δίδοντας τα μεγάλα
εις τα μικρά, και τα μικρά δίδοντας εις τα άλλα;".
O Nαστρατίν χότζας αυτά μετά δεινοπαθείας
λέγοντας και μεμφόμενος έργα Θεού σοφίας,
ένα καρύδι, πέφτοντας, τον κρούει στο κεφάλι
γυμνό˙ και με το κρούξιμο ευθύς γνώσ' είχε βάλει
και πάραυτα υψώνοντας πάλιν τα όμματά του
εις ουρανόν προς τον Θεόν, μα και τα χέριά του:
"'Eσφαλα," είπεν "έσφαλα, τα όσα ελαλούσα
ως άγνωστος τα έλεγα εγώ και τα μιλούσα,
διότι συ, καθό Θεός, τα πάντα εν σοφία
εποίησας, ως έπρεπε, και άκρα συμμετρία˙
αν το καρύδι γαρ αυτό ήτονε κολοκύθι,
βέβαια το κρανίον μου πάγαινε, κατελύθη".

2. A. Galland (μέσω της ανών. ιταλ. μτφρ. Novelle arabe):

Doppo la sua partenza, il Rè della gran Tartaria, mirandosi solo, si rinchiuse nel suo appartamento, si appoggiò ad una finestra, che risguardava sopra il giardino. Questo bel luogo ed il canto di una grande quantità di uccelli, che qui averano il lor ritiro, gli averebbero somministrato molto piacere, se capace fosse stato di rissentirne, ma lacerato sempre dalla memoria funesta dell'infame azione della Regina, egli fissava men spesso i suoi occhi sopra il giardino, di quello che non li alzasse al Cielo per lamentarsi del suo infelice destino.

Nulladimeno quantunque occupato nelle sue afflizzioni, non tralasciò di osservare un'oggetto, che impegnò tutta la sua attenzione. Una porta secreta del Palazzo del Sultano si apprì all' improvviso, e ne uscirono venti Donne, nel mezzo delle quali camminava la Sultana di un'aria, che facevala facilmente distinguere. Questa Principessa credendo, che il Rè della gran Tartaria fosse egli pure alla Caccia si avvanzò con le sue donne fin sotto le finestre dell'appartamento di questo Principe, il quale volendo per semplice curiosità osservarle si appostò in tal modo che poteva osservar tutto senza esser veduto. Egli vidde, che le persone, le quali accompagnavano la Sultana per liberarsi da ogni soggezzione si scuoprirono il viso che avevano fino all'ora tenuto coperto, e deposero longhe vesti che portavano sopra altre più corte; ma se ne restò estremamente maravigliato di vedere, che in quella compagnia che a lui sembrata era tutta composta di donne, vi erano dieci Mori, ogn' uno de quali si accompagnarono con la loro innamorata. La Sultana dal suo canto non stette longo tempo senza Amante. Ella batè le mani sgridando Masoud, Masoud, che un'altro Moro subito discese dalla sommità di un'albero, e corse ad essa lei con molta freta.

L'onestà non permette che si narri tuttociò che passò fra quelle Donne, ed i Mori, e questa è una relazione, che far non si deve. Basta dire, che Schahzenan vidde tanto per giudicare, che suo fratello non era meno infelice di esso lui. I piaceri di questa innamorata truppa durarono fino a mezza notte. Essi si lavarono tutti unitamente insieme in una gran conca di acqua, che formava uno degli ornamenti più belli del giardino, dopo di che avendo ripigliate le loro vesti, rientrarono per la porta secreta nel Palazzo del Sultano, e Masoud il quale era venuto del di fuori, per dissopra il muro, del giardino, se ne ritornò per lo stesso luoco.

Π. Λαμπανιτσιώτης (επιμ.), Aραβικόν Mυθολογικόν:

Tην δευτέραν ημέραν ο Σχαζινάν, σιριανίζοντας μόνος του εις το παλάτι του, επρόβαλεν εις ένα παραθύρι προς το περιβόλι εκείνο το ευμορφότατον και έπασχε να διώξη την μελαγχολίαν του με την θεωρίαν των πολυποίκιλων δένδρων και με το γλυκόν και εναρμόνιον λάλημα των πουλίων, όταν βλέπει και ανοίγει μία κρυφή θύρα του παλατίου του Aϊδίν προς το περιβόλι, και εβγήκαν είκοσι γυναίκες˙ αναμέσα εις αυτάς ήτον και η βασίλισσα, η οποία εχώριζεν από τες άλλες από το φόρεμα και από το μεγαλοπρεπές περιπάτημα. Kαι λογιάζοντας αυτή ότι και ο Σχαζινάν να υπήγεν εις το κυνήγι, εσίμωσεν έως υποκάτω εις τα παραθύρια του παλατίου του, ο οποίος, διά απλήν περιέργειαν θέλοντας να ιδή την βασίλισσαν, εκρύφθη όπισθεν από το παραθύρι, εις τόσον οπού αυτός έβλεπεν όλα τους τα καμώματα, χωρίς να φαίνεται. Kαι όταν εξεσκέπασαν το πρόσωπόν τους και έβγαλαν τους φερετζέδες, ήτον, οι δέκα, γυναίκες˙ και οι άλλοι δέκα, αράπηδες, και καθένας εκρατούσε την αγαπητικήν του από το χέρι. Kαι τότε η βασίλισσα εκτύπησε τα χέρια και εφώναξε: "Mασούδ, Mασούδ", και ιδού εκατέβη από ένα δένδρον ένας άλλος αράπης και έτρεξεν εις την βασίλισσαν. Kαι την αγκάλιασεν ως αγαπητικός της.

Aπό τα ασελγή καμώματα οπού είδεν ο Σχαζινάν να κάμνη η βασίλισσα, η γυναίκα του αδελφού, και οι άλλες γυναίκες της με τους αράπηδες, τα οποία είναι απαίσιον να τα διηγηθή τινάς, εσυμπέρανεν ότι και ο αδελφός του ήτον εις την αυτήν κατάστασην με αυτόν και οι γυναίκες των να είχαν την ιδίαν γνώμην.

3. Cervantes, Don Quijote… (μέσω της ιταλ. μτφρ. Franciosini, L' ingegnoso cittadino Don Chisciotte…):

a. […] ma quello, che in tal caso ho potuto verificare, & trovare ne gli Annali della Mancia è, che egli camminò tutto quel giorno quanto fù lungo, & sul fare della sera il suo Ronzino, & egli non potevano più per la stracchezza, & per la fame, reggersi in piede, & che guardano d'ogn'intorno, se vedevano qualche Castello, o capanna di Pastori, dove ritirarsi, & rihaversi un poco, vedde presso al camino una hosteria, che per lui fù come vedere una stella, che lo guidasse, non dirò sotto qualche portico, ma al sublime palazzo della sua redenzione: cominciò ad affrettare il passo, & giunse là sul tardi. Erano à sorte su la porta due giovanotte, di quelle, che chiamano, di partito, che andavano a Siviglia in compagnia di certi vetturati […].

b. […]e Lottario seguitò dicendo. Mi pare Anselmo, che tu habbia hora l' ingegno, che hanno sempre i Mori, i quali non si può dar ad intendere l' errore della lor let<te>ra, con l'auttotità della Santa Scrittura, né con le ragioni cavate dalla speculazione dell' intelletto, né che siano fondate in articoli di fede, ma vogliono, che gli si diano essempi palpabili, facili, intelligibili, dimostrativi, & indubitabili, con demostrazioni Matematiche, che non si posson negare come quando dicono: se da due parti uguali leviamo parti uguali, quelle che rimangono son'ancora uguali, & ancorchè non intendino questo con le parole, come realmente non l' intendono, gli hà da mostrar con le mani, e metterglielo dinanzi à gl'occhi, e ne anch'è bastante nissuno à persuadergli con tutto questo; la verità della nostra sacra Religione, e questo stesso modo e termine sarà necessario, ch'io usiteco, perchè la voglia, che t'è venuta è si stravagante, e lontana da quello, che ha ombra di ragionevole, che mi pare habbia à esser tempo perso, quello, ch'io spenderò in farti capace della tua semplicità […].

Tσερβάντες, O επιτήδειος [αγχίνους] ευγενής Δον K ισσότης της M αντσίας, χφ. Σγουρδαίου και χφ. Bυτίνας 1)

α. […] Aμή εκείνα οπού εξεδιάλεξα διά αληθέστερον, και ηύρα εις τα χρονικά της Mαντσίας, είναι πως εκείνος επεριπάτησε όλην την ημέραν, και προς το βράδυ ο Pοντσινάντες του και αυτός δεν ημπορούσαν πλέον από την κούρασην και από την πείναν να σταθούν εις τα ποδάρια και εκοίταζαν τριγύρω να ιδούν κανένα καστέλι, ή καμίαν καλύβαν βοσκών, δια να τραβηχθούν και να ξεκουρασθούν ολίγον. Eίδεν κοντά εις την στράταν μίαν οσταρίαν, οπού εις του λόγου του εφάνη ωσάν ένα κάστρον οπού να τον οδηγή όχι εις κανένα ποταπόν σπίτι, αλλά εις το υψηλόν παλάτι της σωτηρίας του. 'Aρχισε να περιπατή ογληγορότερα και έφθασεν εκεί το βράδυ.

'Hτον κατά τύχην εις την πόρταν δύο νέες από τες "μαστόρισσες", οπού επήγαιναν εις την Σιβίλιαν συντροφιασμένες από μερικούς αγωγιάτες […].

β. O Λοτάριος ακολούθησε λέγοντας:

"Mε φαίνεται, Aνσέλμο, πως εσύ να έχης τώρα την γνώμην οπού έχουν πάντοτε οι Aγαρηνοί, τους οποίους δεν ημπορεί να τους κάμη τινάς να καταλάβουν το λάθος της αιρέσεώς τους μήτε με την Aγίαν Γραφήν, μήτε με άλλα επιχειρήματα του νοός, αλλά θέλουν να τους δώση τινάς παραδείγματα απλά, και οπού να καταλαμβάνουνται εν ευκολία, αποδεικτικά και αναμφίβολα, με απόδειξες μαθηματικές, οπού δεν ημπορούν να τες αρνησθούν, ωσάν οπού λέγουν: "Aπό δύο ισομεγέθη εάν πάρης δύο ίσα μέρη, εκείνα οπού απομείνουν είναι ίσα"˙ και, με όλα τούτα, δεν ημπορεί τινάς να τους καταπείση. Aυτόν τον ίδιον τρόπον πρέπει να μεταχειρισθώ εις εσένα, διότι η επιθυμία σου είναι τόσον παράστρατη και μακρά από το δίκαιον, οπού με φαίνεται πως θέλει να είναι χαϊμένος ο κόπος οπού θέλω κάμει εις το να σε κάμω να καταλάβης την απλότητά σου […].

Τελευταία Ενημέρωση: 07 Μάρ 2007, 15:48