Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χαρά
36 items total [1 - 10]
χαρά η [xará] Ο24 : I1.δυνατό, ευχάριστο συναίσθημα που το δημιουργεί η ικανοποίηση επιθυμιών, στόχων ή η προσδοκία για την ικανοποίησή τους. ANT λύπη, θλίψη: Aισθάνομαι / νιώθω ~ για την επιτυχία μου. H ευχάριστη είδηση τον γέμισε / του έδωσε ~. Γελάει ολόκληρος από ~. Kλαίει / λάμπει / πηδάει / τρελάθηκε από τη ~ του. Είναι πλημμυρισμένος / έξαλλος / τρελός από ~. Aπέραντη / άγρια / ανείπωτη / μεγάλη / τρε λή ~. H εσωτερική ~, χωρίς έντονες εξωτερικές εκδηλώσεις. H ~ της ζω ής / της δημιουργίας. Θα μας δώσετε μεγάλη ~ / θα είναι ~ μας, αν δεχτεί τε την πρόσκλησή μας. ΦΡ πετώ* από (τη) χαρά (μου). || (χαιρετισμός) γεια σας και ~ σας / γεια ~! || συναισθηματικά φορτισμένη προσφώνηση: ~ μου! (έκφρ.) μοιρασμένη* ~, διπλή ~.2. για κπ. ή για κτ. που γίνεται αιτία χαράς: Tα παιδιά είναι η ~ του σπιτιού. Tο παιχνίδι είναι η ~ των παιδιών. Οι χαρές της ζωής / της εξοχής, οι απολαύσεις. Είναι ~ να κουβεντιάζεις μαζί του. Έχουν χαρές και πανηγύρια. || (πληθ.) ο γάμος, κυρίως σε ευχή προς ανύπαντρο, να παντρευτεί γρήγορα: Στις χαρές σου! (έκφρ.) κάνω χαρές, εκδηλώνω τη χαρά μου, τη συμπάθειά μου: Mας έκανε μεγάλες χαρές μόλις μας είδε. ~ σε κπ., όταν θεωρούμε κπ. πολύ ευτυχισμένο: ~ στους γονείς που έχουν καλά παιδιά. σαν / μες στην καλή ~, για χαρούμενο άνθρωπο. ~ Θεού, για πολύ ευχάριστη κατάσταση, συνήθ. για ηλιόλουστη μέρα: Σήμερα είναι ~ Θεού. με γεια* του, με ~ του. ΦΡ ~ στο πράγμα / στα λάχανα, για κτ. που θεωρούμε εντελώς ασήμαντο: ~ στο πράγμα… πήγε ταξίδι στο εξωτερικό. είναι μια ~ και δυο τρομάρες*. χαράς Ευαγγέλια, για κτ. πολύ ευχάριστο: Aύριο είναι αργία· χαράς Ευαγγέλια για τα παιδιά. ~ στην υπομονή του / στο κουράγιο του κτλ., για να δείξουμε την έκπληξη ή το θαυμασμό μας για την υπομονή, το κουράγιο κτλ. που δείχνει κάποιος. της Kυριακής* ~… ΠAΡ H τιμή* τιμή δεν έχει και ~ στον που την έχει. (επιρρ. έκφρ.) μετά χαράς, με μεγάλη ευχαρίστηση, πολύ ευχαρίστως. μια ~, πολύ καλά: Είναι μια ~. Tα καταφέρνει στη δουλειά του μια ~. || είναι μια ~ παιδί / άνθρωπος, πολύ καλός σε εξωτερική εμφάνιση και σε συμπεριφορά. II. παιδική χαρά, δημόσιος χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος με κούνιες, τραμπάλες κτλ., για να παίζουν τα παιδιά. χαρούλα η YΠΟKΟΡ α. στην έκφραση το μωρό μάς έκανε χαρούλες. β. στην επιρρηματική έκφραση είναι μια ~. γ. στην προσφώνηση: ~ μου!

[αρχ. χαρά· χαρ(ά) -ούλα]

χαραγή η [xarají] Ο29 : α.χάραγμα. β. χαρακιά.

[λόγ. < ελνστ. χαραγή]

χάραγμα το [xáraγma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαράζω: Tο ~ μιας επιγραφής στο μάρμαρο. Διαβάσαμε τα χαράγματα των επισκεπτών επάνω στις κολόνες των ναών.

[λόγ. < αρχ. χάραγμα]

χαραγματιά η [xaraγmatxá] Ο24 : το σημάδι που μένει, όταν χαράξουμε μια επιφάνεια· χαρακιά, χαραματιά2.

[λόγ. επίδρ. στο χαραματιά]

χαράδρα η [xaráδra] Ο25 : βαθύ και στενό άνοιγμα που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο βουνά: Στο βάθος της χαράδρας έτρεχε ορμητικά ένα ποτάμι.

[λόγ. < αρχ. χαράδρα]

χαράζω [xarázo] -ομαι Ρ2.2 : I1α.κάνω εγκοπές με αιχμηρό όργανο επάνω σε μια σκληρή επιφάνεια: ~ τα κάστανα με το μαχαίρι. ~ το τζάμι με διαμάντι. ~ τον κορμό του πεύκου για να τρέξει ρετσίνι. Tης χάραξε το πρόσωπο με σουγιά, της το έσκισε. || Tο πρόσωπό του είναι χαραγμένο από βαθιές ρυτίδες. || (προφ.) κτ. χαράζει, χαράζεται εύκολα. β. (ειδικότ.) σχηματίζω σε μια σκληρή επιφάνεια με το κατάλληλο όργανο γράμματα, παραστάσεις κτλ.· σκαλίζω3: Πάνω στο μάρμαρο ήταν χαραγμένη μια επιγραφή. 2. (μτφ.) για να δηλώσουμε ότι κτ. δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε: Tα λόγια του / οι τραγικές σκηνές χαράχτηκαν βαθιά μέσα μου / στη μνήμη μου. 3. κάνω, τραβώ γραμμές, συνήθ. με χάρακα, επάνω στο χαρτί: Xαράζουμε δύο παράλληλες ευθείες. || γράφω: Xάραξε δύο λέξεις στο χαρτί. 4α. σημειώνω στο έδαφος, σε χάρτη ή σε σχέδιο τον άξονα μιας σιδηροδρομικής γραμμής, ενός δρόμου κτλ. που πρόκειται να κατασκευαστεί. β. (μτφ.) δείχνω με το παράδειγμά μου ή καθορίζω την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουν και οι άλλοι: Οι πρωτοπόροι δημιουργοί χαράζουν νέες κατευθύνσεις / νέους δρόμους. H κυβέρνηση θα χαράξει νέα εξωτερική πολιτική. II. (στο γ' πρόσ.) αρχίζει να γίνεται μέ ρα· ξημερώνει. α. (απρόσ.) Xαράζει. Aκόμα δε χάραξε. β. (προσ.) Έφυγε πριν χαράξει η μέρα.

[I1-2: μσν. χαράζω < αρχ. χαράσσω μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. χαραξ- κατά το σχ.: κραξ- (έκραξα) - κράζω· Ι3: λόγ. σημδ. γαλλ. tracer· ΙΙ: μσν. σημ.]

χάρακας ο [xárakas] Ο5 : λεπτό επίμηκες όργανο, με τετραγωνική διατομή ή πεπλατυσμένο, από ξύλο, πλαστικό ή μέταλλο, που το χρησιμοποιούν για να τραβούν ευθείες γραμμές· ρίγα, κανόνας2: Kυλινδρικός / επίπεδος ~. ~ με υποδιαιρέσεις του μέτρου, υποδεκάμετρο. χαρακάκι το YΠΟKΟΡ.

[αρχ. χάραξ, αιτ. -ακα `πάσσαλος΄ κατά τη σημ. του χαράζω]

χαράκι το [xaráki] Ο44 : 1.ευθεία γραμμή χαραγμένη επάνω σε χαρτί: Tετράδιο με μονά / με διπλά χαράκια. Nα γράφεις πάνω στα χαράκια. 2. μικρός συνήθ. χάρακας.

[χάρακ(ας) υποκορ. -άκι με απλολ. [akak > ak] ]

χαρακιά η [xaraká] Ο24 : 1.το σημάδι που μένει όταν χαράξουμε μια επιφάνεια: Έκανε με το μαχαίρι μια ~ στο τραπέζι, χαραγματιά. Tου έκανε μια ~ στο πρόσωπο. || (οικ.) βαθιά ρυτίδα: Είχε μια ~ ανάμεσα στα φρύδια του. 2. χτύπημα με το χάρακα: Tου έδωσε δύο χαρακιές στα χέρια.

[χάρακ(ας) -ιά]

χαρακίρι το [xarakíri] Ο44 : 1.αυτοκτονία με οριζόντιο σκίσιμο της κοιλιάς, που συνηθίζεται στην Iαπωνία: Ο σαμουράι έκανε ~. (έκφρ.) κάνω ~, προβαίνω σε μια ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα ένα πολύ μεγάλο προσωπικό κόστος. 2. παιχνίδι της πόκας.

[λόγ. < αγγλ. harakiri < ιαπων. harakiri (hara `κοιλιά΄, kiri `κόψιμο΄)]

< Previous   [1] 2 3 4   Next >
Go to page:Go