Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υπερβολή
1 item total
υπερβολή η [ipervolí] Ο29 : I1.ως χαρακτηρισμός λόγου ή πράξης που υπερβαίνει το συνηθισμένο, το κανονικό ή το θεμιτό: Aυτό που κάνεις / που λες είναι ~. || Λέει υπερβολές. Άσε τις υπερβολές. Aρχίζει πάλι τις υπερβολές, υπερβολικός λόγος ή πράξη. (έκφρ.) χωρίς ~, (συχνά με ειδική επιτόνηση) χωρίς να θέλω να υπερβάλω: Θα έχει, χωρίς ~, περιουσία 100 εκατομμυρίων. (λόγ.) καθ΄ υπερβολήν, υπερβολικά. 2. (γραμμ.) λεκτικό σχήμα κατά το οποίο κτ. παρουσιάζεται με τρόπο που ξεπερνά το πραγματικό και το συνηθισμένο για να προκαλέσει ισχυρή εντύπωση. II. (μαθημ.) καμπύλη η οποία είναι ο γεωμετρικός τόπος των σημείων ενός επιπέδου, των οποίων η διαφορά των αποστάσεων από δύο δοθέντα σημεία είναι σταθερή.

[λόγ.: I: αρχ. ὑπερβολή· II: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go